Οδοιπορικό στη Θεσσαλονίκη: Τα Μικροπράγματα μιας Φωτό . . . by Lit Maiden


Οδοιπορικό στη Θεσσαλονίκη: Τα Μικροπράγματα μιας Φωτό 

Σήμερα κατέβηκα κέντρο. Ως συνήθως, άφησα τ’αμάξι δίπλα απ’το Καυταντζόγλειο και κατέβηκα με τα πόδια. Ωραίος ο ποδηλατοδρόμος και τα κολονάκια μπροστά απ’το Ιβανόφειο . Επιτέλους έφυγαν τ’αυτοκίνητα που ήταν μoνίμος παρκαρισμένα πάνω στο πεζοδρόμιο και χρειαζόταν να κάνω σλάλομ μέχρι το Κατσάνειο. Η μανταμίτσα στο φανάρι με το μαλλί à la Phil Lynott υψωμένο στην τρίτη δύναμη και το τιρκουάζ κολάν πάει σίγουρα στο γήπεδο να τρέξει.

Δεν βλέπω πολύ κόσμο έξω απ’το ΑΧΕΠΑ. Μάλλον θα έχουν πεθάνει όσοι ήταν να πεθάνουν και οι υπόλοιποι δεν λένε πλέον ν’αρρωστήσουν. Δεν τους συμφέρει.

Στα πανεπιστήμια τα ίδια κάθε μέρα. Χαλαρές παρέες κουβαλώντας βιβλία πηγαινοέρχονται ανάμεσα στα διπλοπαρκαρισμένα και στους κάδους. Όπα! Να και ένα ποδήλατο που πέρασε. Οι κλασικοί στην πόρτα τις Φιλοσοφικής που δίνουν χαρτάκια. Παίρνω γιατί τους λυπάμαι. Δουλειά είναι και αυτή αν και το να παίρνεις φυλλάδιο σημαίνει πως θα κοπούν αλλα τόσα δέντρα για να τυπωθεί το όνομα μιας άχρηστης σχολής ξένων γλωσσών που δίνει ψίχουλα στους καθηγητές . . . Ροτόντα.

Ο ψηλός αλλοδαπός από την Ακτή Ελεφαντοστού περνάει γρήγορα δίπλα μου με μια γεμάτη μαύρη τσάντα όπου άνετα θα χωρούσα να μπω εγω η ίδια. Τι τραβάνε και αυτοί. Τους βρίζουμε αλλα απλά θέλουν να επιβιώσουν, και μέχρι στιγμής δεν έχω δει να μπαίνουν σε σπίτια. Κάτι ντράβαλα στην Αθήνα πριν μήνες που έγιναν, αν δει κανείς πως ξεκίνησαν, θα αλλάξουν τον τρόπο που συμπεριφερόνται απέναντι τους. Αλλά πόσοι από μας έχουν ζήσει στα ξένα για να ξέρουν τι είναι ο σεβασμός, ο σοβινισμός, ο ρατσισμός;

Πάω να πληρώσω τη ΔΕΗ. Ζέστη μέσα, λες και είμαστε σε σάουνα. Να πως φεύγουν τα λεφτουδάκια μας.

Πάω να πάρω καινούργια ατζέντα για το 2011. Δεν έχει κόσμο το μεγαθήριο κατάστημα που ήταν μιά φορά και έναν καιρό ιστορικός κινηματογράφος. Αχ, να και η παλιά μας γειτονιά. Τώρα μια γιαγιά κάθεται και ζητιανεύει.

Μπαίνω να πάρω ένα ειδικό καλτσόν για τη μαμά μου που έχει πρόβλημα στα πόδια της. Δεν έχουν στο νούμερο που θέλω, και ούτε θα φέρουν γιατί κλείνουν οριστικά.

Συνεχίζω για την αποθήκη με τα βιβλία. Ησυχία. Όχι σαν το Σεπτέμβρη που γίνεται ένας πανικός. Τα φώτα τα έχουν κλειστά κάτω. Οικονομία και αυτοί.

Το κεντρικό ταχυδρομείο και αυτό έρημο. Άσπροι τρυπημένοι τοίχοι και κουβάρια σκόνης και τρίχας στο πάτωμα. «Μεταφερθήκαμε» λέει ένα χαρτί. Δεν τους έφτανε να πληρώσουν το νοίκι;

Στο Καπάνι μαζεύουν σιγά σιγά. Δεν ακούγονται πολύ οι μάστορες τον πάγκων όπως παλιά.

Τα Λουλουδάδικα. Μια όαση πολυχρωμίας μέσα στη βαβούρα, στο γκρίζο τσιμεντένιο τοπίο. Ξεχνιέμαι για λίγο και κοιτάω τα διάφορα φυτά. Βυθίζομαι στα ζωηρά χρώματα. Αλλά οι αγχωμένοι περαστικοί με επαναφέρουν.

Κατάστημα επί της Αριστοτέλους. «Η απάντηση στο ΔΝΤ είναι εδώ. Ότι πάρεις με 1 Euro». Χαμογελάω.

Επιτέλους φτάνω στο καινούργιο ταχυδρομείο. Τι καλά! Σκέφτηκαν πολύ τους ανάπηρους όταν βάλανε τα 8 σκαλοπάτια. Παίρνω νουμεράκι και κάθομαι πίσω πίσω. Βγάζω την ατζέντα που αγόρασα και αρχίζω να γράφω ιδέες. Η κοπέλα δυο θέσεις πιο κάτω με τις καινούργιες ψηλοτάκουνες μπότες σε απόχρωση κάμελ με κοιτάει περίεργα και επίμονα. Ασορτί τσάντα έχει. Τα νύχια της λάμπουν με το σούπερ-ουάου μανικιούρ που έχει κάνει. Να και ένας παλιός γνώριμος της γειτονιάς που έμενα παλιότερα. Δούλευε σε κρεπερί τότε. Θυμάμαι τις Κυριακές που κατέβαινα και αγόραζα μια για τον άνδρα μου που την ήθελε ωμή σχεδόν και καμιά φορά μια για μένα. Δεν σηκώνομαι να πάω να πω ένα γειά. Θα με θυμότανε άραγε μετά από δέκα χρόνια? Φαίνεται πιο λεπτός. Πιο γερασμένος. Κουρασμένος.

Παίρνω το λεωφορείο για την επιστροφή. Η εβδομηντάρα την οποία βοήθησα να ανεβάσει τα ψώνια απ’τη Μοδιάνο με αποκάλεσε παιδί. Το πήρα σαν κομπλιμέντο αν και ξέρω ότι δεν έχει ιδέα πως σε λίγους μήνες θα κλείσω τα σαράντα.

Ωραίο το γκράφιτι που μοιάζει με Shaolin. Στη Διαγώνιο, περνάνε τρεις χαμογελαστές κοπελίτσες, με τα Burberry κασκόλ να πλαισιώνουν το βαμμένο πρόσωπο τους. Φρεσκαδούρες. Ανέμελες. «Απλά δεν υπάρχουν» που θα’λεγαν και οι ίδιες. No comment.

Μια ωραία γυναίκα με κοντή φούστα, και αυτή σε κάμελ απόχρωση, και δωδεκάποντες ψηλές μπότες πάει να περάσει την Τσιμισκή αλλα βλέπει μια γνωστή. Τη χαιρετάει με δυο φιλιά ενώ κουνάει λίγο υπερβολικά το κεφάλι της για να ανεμίσουν τα μακριά μαύρα μαλλιά της. Δεν μπορώ να δω από κει που είμαι αν είναι εξτένσιον. Πάντως ο κύριος που στέκεται δίπλα μου την ακολουθεί με τα μάτια του για περίπου 50 μέτρα. Προβλέψιμος και ίσως στερημένος. Εξίσωση σκιαγραφείιται στο μυαλό μου: ποσοστό στέρησης = μήκος σαλιαρίσματος εξ’αποστάσεως.

Στο Λευκό Πύργο, ένας μοναχικός τροχονόμος. Πως μας έχει κάνει αυτή η κοινωνία να αισθανόμαστε αναγούλα και λύπηση ταυτόχρονα.

Ένας υπέρβαρος με απλανές βλέμμα ανεβαίνει. Μιλάει μόνος του, σιωπηλά. Τρελαμένος ο καημένος. Τα χάπια που παίρνει εχουν πιάσει συζήτηση με τον ίδιο. Μας βλέπω όλους σε λίγο έτσι.

Μια ηλικιωμένη γιαγιά κάθεται κάμποσες θέσεις πιο κάτω. Την κοιτάω. Με βλέπω.

Ξαναβγάζω την ατζέντα για να γράψω κι άλλες ιδέες πριν τις ξεχάσω. Ένας κύριος, μεγαλούτσικος και αυτός, με κοιτάει. Τι έγινε και όταν γράφω με κοιτάνε; Τόσο πέραση έχω η ρουφιάνα η δεν έχουν ξαναδεί άνθρωπο να γράφει;

Άλλη κοπέλα μιλάει στο hands free και κανονίζει συνάντηση με φίλους για καφέ. Κατεβαίνει. Τώρα που το προσέχω, πλάκα έχει που οι καφετέριες λες και κάνουν face control και μαζεύουν κόσμο της ίδιας ηλικίας. Η καφετέρια τον 30 κάτι με 40 κάτι, τον φοιτητών, τον αιωνόβιων.

Ένας ωραίος αθλητικός νεαρός ανεβαίνει. Mε κάνει να σκεφτώ τον άντρα μου που σήμερα το πρωί δεν ήθελε να σηκωθεί απ’το κρεβάτι. Δέκα λεπτά ακόμα κάτω απ’τα σκεπάσματα ήθελε, στη ζεστούλα. Μου έλειπε, μέρα μεσημέρι. Καλό αυτό μετά από τόσα χρόνια που’μαστε μαζί.

Η κυρία που βοήθησα να ανεβάσει τα ψώνια απ’το Μοδιάνο θα κατέβει, και θέλει να την ξανα βοηθήσω, κάτι που δεν χρειαζόταν καν να με πει γιατί ημουν σε ετοιμότητα εδώ και ώρα. Την παρατηρώ. Κλασική μοντέρνα συνταξιούχα. Περιποιημένο βαμμένο μαλλί, νυχάκι βαμμένο στο σπίτι, λίγο eyeliner και μουστάκι μιας ημέρας. Της κατεβάζω τα μαρούλια, τις πιπεριές και τα αλλα καλούδια. Όχι δεν θα κατέβω και εγώ, της λέω. Ξαφνιάζεται. Που να ξέρει ότι εγώ αν δεν δω το Καυτά δεν κατεβαίνω.

Και φτάσαμε στο τέλος. Ως συνήθως, μόνο εγώ είμαι στο λεωφορείο. Χαμογελώ και χαιρετώ χαμηλοφώνως τον κυρ οδηγό.

‘Εφτασα στο τέλος και αναρωτιέμαι γιατί να θέλω να γράψω τέτοιο οδοιπορικό; Δεν είχε και το συναρπαστικό τέλος. Δεν είχε τίποτα το συναρπαστικό. Σαν Οδύσσεια χωρίς δράση, χωρίς ήρωες, όπως η καθημερινότητά μας. Δεν είναι τίποτα το σπουδαίο, αλλά είναι καταγραφή. Είναι μια φωτογραφία όπως τα ιερογλυφικά στις πυραμίδες, οι αρχέγονες ζωγραφιές στις σπηλιές. Είναι η Θεσσαλονίκη μου του 2010. Δεν θα μείνει τίποτα όπως το ξέρουμε μετά από χρονια υποθέτω. Όλα θα αλλάξουν αλλα εγώ τράβηξα τη φωτογραφία μου και τη δίνω σε όποιον θέλει να τη δει. Άραγε τι θα πούνε για μας οι μεταγενέστεροι? Θα πούνε ότι είναι τα μικροπράγματα που κάνουν την εικόνα όμορφη;

Lit Maiden

Creative Commons License
This work by https://mysatelite.wordpress.com/ is licensed under a Creative Commons Attribution-NoDerivs 3.0 Unported License.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s