Τώρα που ξέρουμε που μας πάνε, τι κάνουμε;


Σπύρος Παπαγιάννης

Τώρα το ξέρουμε πως μόνο η ανάπτυξη θα μας σώσει από την φτώχεια.
Από την άλλη όμως το ξέρουμε πως μόνο η φτώχεια φέρνει στις συνθήκες των ελεύθερων αγορών και του τρύπιου κουμπαρά της νεοφιλελεύθερης οικονομίας, ανάπτυξη.
Δώρον άδωρον λοιπόν αυτή η ανάπτυξη που θα έρθει κατόπιν εορτής και θανάτου των πολιτών, για να αναπτύξει με το λίπασμά τους, τους κεφαλαιούχους, τους ξένους περισσότερο, παρά τους Έλληνες, που θα έρθουν να αποικίσουν την χώρα και να λεηλατήσουν τις κρατικές επιχειρήσεις της και το υπέδαφός της.

Ανάπτυξη από ανάπτυξη λοιπόν διαφέρει.

Αυτό που δεν μπορούσε κανείς πριν καιρό να πιστέψει, πως οι σύμμαχοι και σωτήρες μας, της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θα μας οδηγούσαν με δόλο σε οικονομικό κρεματόριο, ξέροντας εκ των προτέρων πως τα φιλόδοξα οικονομικά μέτρα που μας επέβαλλαν θα συρρίκνωναν την εθνική μας οικονομία και θα καταβαράθρωναν τα έσοδά της, αποδεικνύεται τώρα ως φρικτή πραγματικότης.
Καιρό μας κορόϊδευαν πως δεν έφταιγε η συνταγή και το φάρμακο, μα ο Πασοκτσής νοσοκόμος.

Και ο αλάνθαστος Ευρωπαίος γιατρός, αφού ψέλλισε κάποιες δικαιολογίες, πως τον ξεπέρασε η Ελληνική πραγματικότητα, που ήταν δήθεν πέραν της φαντασίας του, προχωρεί στην ίδια συνταγή και την ίδια θεραπεία με τους επόμενους ασθενείς που του προσκομίζουν. Παράλληλα επιμένει και στην περίπτωσή μας να συνεχισθεί η οικονομική καταστροφή και η γενικευμένη αποψίλωση της οικονομίας , πέρα απ’ το κούρεμα των ομολόγων, που κι’ απ’ αυτά επιλεκτικώς κουρεύονται όσα βρίσκονται στις Ελληνικές τράπεζες και στα Ελληνικά ασφαλιστικά ταμεία, παρά αυτά που βρίσκονται στα Ευρωπαϊκά τραπεζικά ιδρύματα.

Αποδεικνύεται λοιπόν πως οι άνθρωποι αυτοί δεν είναι όπως νομίζαμε, σύμμαχοι, ἤ οικονομικοί συνέταιροι, μα καθαροί ψυχροί εκτελεστές. Έτσι, όπως κάποιοι ειδικοί ξέρουν και ανατινάζουν εν ριπή οφθαλμού τεράστια κτιριακά συγκροτήματα, αυτοί ξέρουν και ανατινάζουν κρατικές οικονομίες για να κτίσουν στην θέση τους το μέλλον, όπως το ονειρεύονται, με λιγότερους και πιο ελαστικούς στο σώμα, το πνεύμα και την συνείδηση υποτακτικούς υπηρέτες. Είναι εθνικιστές, ρεβανσιστές λοιπόν από την μια, μα και ιδεολόγοι της καταστροφής από την άλλη, που οραματίζονται την πιο τέλεια, καθαρή μορφή αποικιακού καπιταλισμού .

Ατύχησαν βλέπετε οι Γερμανοί, γιατί βρέθηκαν πολύ πίσω από του Άγγλους και τους Γάλλους στην κούρσα της αποικιακής λεηλασίας των πέντε ηπείρων και θέλουν τώρα, έστω και όψιμα, να πάρουν το πάνω χέρι στην Ευρώπη. Θέλουν να γίνουν οι καλύτεροι αποικιοκράτες, εκμεταλλευόμενοι όχι μόνο τους μελαψούς απαίδευτους Ασιάτες κι’ Αφρικανούς που κουβαλούνε σωρηδόν από τις παλαιές αποικίες στην γηραιά Ευρώπη, μα και τους ίδιους τους αποκοιμισμένους, καλοσυνηθισμένους μέχρις σήμερον, λευκούς Ευρωπαίους. Θυμίζουν λοιπόν εν πολλοίς, τους ανεκδιήγητους εκείνους ιδεολόγους της κομμουνιστικής αριστεράς στην Καμπότζη, που είχαν αποφασίσει να εξαφανίσουν μια για πάντα το ιδεολογικά αντίπαλο αστικό πνεύμα, εξαφανίζοντας τις ίδιες τις πόλεις και τον αστικό πολιτισμό που το παρήγαγε.
Έτσι κι αυτοί , ιδεολόγοι της συμφοράς είναι, που δεν διαφέρουν στον τρόπο σκέψης από τους Χιτλερικούς, τους Ερυθρούς Χμέρ και τους Ταλιμπάν της θρησκείας κι’ ας μην έχουν αρχίσει ακόμα να παίρνουν κεφάλια, καθώς ξέρουν να μεταχειρίζονται περίτεχνα τον δόλο και τον εκβιασμό της τοκογλυφίας.

Καθένας με τα όπλα του λοιπόν, και τα οικονομικά όπλα αποδεικνύονται πολύ πιο αποτελεσματικά από εκείνα που ξερνούνε φωτιά, μα δίνουν στόχο για αντίδραση, ενώ μ’ αυτά τα σύγχρονα μπορεί καθένας να καννιβαλίζει ελεύθερα εις βάρος του άλλου, και να τρώει ο πλούσιος και τον πλούσιο ακόμη, πόσο μάλλον τους φτωχούς, που αυτούς θα τους χάφτουν όπως οι φάλαινες το πλαγκτόν, όλους σε μια μπουκιά.

Η Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση ευρίσκεται λοιπόν καθ’ οδόν, προς δόξαν και τέρψιν και των ημετέρων οραματιστών της και των αστικών μας κομμάτων, που αφού λεηλατήθηκαν και καταχρεώθηκαν κατά το πρότυπο της γενικότερης κρατικής λεηλασίας και υπερχρέωσης, απεδέχθησαν ως ιστορική νομοτέλεια τον μονόδρομο της εθνικής υποτέλειας και της δικής τους μετατροπής σε τεχνικά γραφεία υποβολής αιτήσεων προς τους υπερεθνικούς αφέντες, παρά σε χώρους σχεδιασμού και χάραξης υπεύθυνης εθνικής πολιτικής.

Έτσι ο τελευταίος αντιρρησίας συνείδησης στον αστικό χώρο, ο κ. Α. Σαμαράς, μετέβαλε την παλιά του αντίδραση προς το οφθαλμοφανές λάθος της ακολουθούμενης οικονομικής πολιτικής, υποσχόμενος πλέον ως γνήσιος υποτελής, πως θα συνεχίσει να αγωνίζεται για να μεταπείσει τους πωρωμένους ιδεολόγους της Ευρώπης να μην ισοπεδώσουν οικονομικά την χώρα του.

Να ξέρουμε δηλαδή και εμείς, ο λαός, τα όρια των δυνατοτήτων μας, που δεν ξεπερνούν αυτά του απλού συμβούλου του αυτοκράτορα, όποιος κι’ αν είναι αυτός, μια που η νέα αυτοκρατορία θα αλλάζει αφέντη όπως οι εταιρείες αλλάζουν μετόχους και διοικητικά συμβούλια.

Υπνωτισμένος ο λαός λοιπόν οδηγείται στον θάλαμο των αερίων για την Σπαρτιατική σκληραγώγησή του, κατά τα νέα βιοτικά πρότυπα των Ευρωπαίων πεφωτισμένων δεσποτών του, που θα του διδάξουν την εν ελευθερία και δημοκρατία αναγκαστική προσαρμογή στην σκηνοθετημένη από αυτούς οικονομική πραγματικότητα. Παράλληλα η προπαγάνδα τους θα διακηρύσσει πως είναι προτιμότερη η δουλεία, από την πολιτική μοναξιά της εθνικής ελευθερίας και την όποια προσπάθεια δραπέτευσης από το σύγχρονο υπερεθνικό τρελλοκομείο, που υπόσχεται δουλειά, αν μη τι άλλο για τους επιστάτες του, τους πραιτωριανούς του και τους πολιτικούς αχυρανθρώπους του.

Την παρεξηγήσαμε λοιπόν την πολιτική ηγεσία μας που σύσσωμη σχεδόν, απεδέχθη την μετάβαση από την κοινωνία του πλούτου στην κοινωνία του κνούτου και την παραβίαση του συντάγματος και των εργασιακών και δημοκρατικών δικαιωμάτων των πολιτών.

Δείτε την Κίνα. Πρώτα φτώχυναν όλοι και ντύθηκαν την φόρμα του Μάο. Μετά ήρθε ο Πίγκ, άρχισε η ανάπτυξη και γέμισαν τώρα εκατομμυριούχους. Έτσι και μείς τώρα, που κατά σύμπτωση μας αποκαλούν πίγκς, ήρθε η ώρα μας να πάρουμε τον δρόμο του μεταξιού προς την πρόοδο.

Κι αφού δεν έχουμε καλώς ἤ κακώς ανεπτυγμένη βιομηχανία, ο μόνος τρόπος για την ανάπτυξη υπό την παγκοσμιοποίηση, είναι αυτός, κι’ ας μην μας το ομολογούνε, να μπούμε δηλαδή ζωντανοί πρώτα στον τάφο και μετά σαν τον Χριστό να αναστηθούμε, σε τρία χρόνια ἤ σε τρείς δεκαετίες. Το τρία κατά την τρόϊκα έχει σημασία.

Τι θα κερδίζαμε πράγματι αν έβγαινε πρόωρα η οικονομία από την ύφεση, προτού προλάβει να γίνει ο τόπος μας ο νέος παράδεισος των κεφαλαιούχων, το νέο Ελντοράδο της φθηνής εργασίας, και έμενε η θεραπεία μισή κι αντί ο Έλληνας να μεταλλαχθεί σε Κινέζο, να μας προέκυπτε Κούρδος ἤ Άραβας.

Θέλει η αγωγή κάποιο χρόνο ψησίματος για να γίνει η στέρηση συνήθεια και το δικαίωμα για εργασία παράκληση στον Θεό, κι αυτή όχι στον σοσιαλιστή Θεό του Χριστιανισμού, μα στο αόρατο περισσότερο, υπέρτατο όν των μασόνων και του Ροβεσπιέρου. Και βέβαια χρειάζεται και η κατάλυση της εθνικής κυριαρχίας για να μην εκβιάζει ο λαός με την ψήφο του τους πολιτικούς ηγέτες και να ξέρει πως αυτός που διατάζει είναι κι από άλλου παπά ευαγγέλιο.

Κι αυτό ήταν το μεγάλο μυστικό, που έκανε όλα τα αστικά κόμματα να υποταχθούν με υπευθυνότητα στην περιστολή των πολιτικών εξουσιών τους και στην ομοιοπαθητική οικονομική θεραπεία της τρόϊκα, που με εξοντωτικούς φόρους αντιμετωπίζει την ύφεση και με τις χορηγίες στις τράπεζες την πείνα των πολιτών και με απολύσεις την ανεργία και με κούρεμα των ομολόγων των ταμείων τα ελλείμματα των αποθεματικών τους, ακριβώς όπως και οι πυροσβέστες, με φωτιά σβήνουν συχνά τις μεγάλες φωτιές των δασών.

Και η αριστερά από την άλλη, πώς να απαρνηθεί τον διεθνισμό της, έστω και αν αυτός είναι διεθνισμός δουλείας; Και γιατί να μην αφήσει τους Γερμανούς να κάνουν την ακτημοσύνη πρώτα πράξη και να ’ ρθει μετά αυτή να βρεί μια οικονομία πλήρως απαλλαγμένη από τους ψευτοαστούς της, με ρωμαλέους προλετάριους στην θέση τους και να την κοινωνικοποιήσει στο άψε σβήσε;
Γιατί να μην περιμένει λοιπόν να κάνουν οι άλλοι, αντί γι΄ αυτήν την βρώμικη δουλειά και μετά να παραλάβει έτοιμη την νέα Κίνα των Βαλκανίων, μια που για να γίνει τέλεια Κίνα, θα χρειάζεται κι’ αυτή ένα Κ.Κ. σαν κερασάκι στην ηγεσία της;

Μα κι όσοι ακόμα αντιδρούν και οραματίζονται μία αντιμνημονιακή συμμαχία ενάντια στους Ταλιμπάν κεφαλαιούχους, πόσο αποφασισμένοι είναι να συγκρουσθούν μέχρι τέλους με τον πεφωτισμένο ολοκληρωτισμό της Ευρώπης; Της Ευρώπης που έχει ακόμα την λάμψη της ψεύτικης δημοκρατίας της και του αναγεννησιακού διαφωτισμού της και καλλιεργεί έντεχνα την ψευδαίσθηση πως κάποτε ίσως μπορέσουν οι λαοί να πάρουν όλοι μαζί το πάνω χέρι από τους κεφαλαιοκράτες τους και τους δουλέμπορούς τους;

Και ας μην έχει ιστορικά εμφανισθεί ποτέ τέτοιου είδους συντονισμένη αντίδραση από διαφορετικούς λαούς που συνέπεσε να ζουν κάτω απ’ την ίδια εξουσία, καθώς διαφορετικά διεγείρονται στην κοινή τους καταπίεση τα αλλότρια πνεύματα. Αυτό το έχουν αποδείξει στην πράξη και τα πολυπολιτισμικά, πολυεθνικά αποικιακά κράτη της Αμερικής, όπου μετά αιώνων συγκατοίκηση κάτω από την συνεχή μετανάστευση και την ρευστή φυλετική τους βάση, αδυνατεί ακόμη να δημιουργηθεί κοινή εργατική συνείδηση και η αίσθηση της διαταξικής εθνικής αλληλεγγύης.

Πως άλλωστε να γίνει αυτό, όταν και σε μας ακόμη, μετά αιώνων ιστορία, διαλύεται αυτή σαν ψευδαίσθηση κάτω από τα εφήμερα, μα αμείλικτα ταξικά συμφέροντα;
Τώρα λοιπόν που πέρασε η εποχή της αθωότητος και ξέρουμε που οδηγεί ο μονόδρομος της σωτηρίας μας, τι κάνουμε;
Εν μέρει νοσταλγούμε τα δύο προηγούμενα χρόνια που μας πουλούσε φρούδες ελπίδες ο Σαμαράς, που αποδέχονταν την ντε φάκτο, των 151 ψήφων, μα όχι την ντε γιούρε, των 181 ψήφων, εθνική υποτέλεια, μέχρι που τον υποχρέωσαν σε τούτο τα αφεντικά του πολιτικού παρασκηνίου.
Πολλοί θέλουν να ζουν ακόμη με τα πλέγματα του ψυχρού πολέμου και πολλοί συντηρητικοί προτιμούν την εθνική ταπείνωση παρά την συνεργασία με τους κομμουνιστές και πολλοί κομμουνιστές προτιμούν κι’ αυτοί έμμεσα την εθνική υποδούλωση, παρά την εκλογική σύμπραξη με τα άλλα κόμματα της σοσιαλδημοκρατικής υποτίθεται αριστεράς, έστω και αν αυτή δεν θα αποσκοπούσε παρά στο ξεπέρασμα του ληστρικού και μόνο εκλογικού νόμου.
Άλλοι επιμένουν να ελπίζουν πως οι δυτικοευρωπαίοι θα κάνουν την Ελλάδα σύγχρονο ανεξάρτητο κράτος, ενάντια των ιδίων των συμφερόντων τους, λές και δεν είναι αυτοί που δεν επέτρεψαν χρόνια τώρα στην χώρα να αναπτυχθεί οικονομικά.

Όλοι με τις πολιτικές τους χίμαιρες κι ας τρέχει ο χρόνος ενάντια των απλών ανθρώπων, που βλέποντας να καταστρέφεται η ζωή τους, ετοιμάζουν τις βαλίτσες τους για το εξωτερικό. Και να, εκεί που όλοι δείχνουν αδύναμοι να υπερβούν τον εαυτό τους, τις ψευδαισθήσεις και προκαταλήψεις τους, κάνει πως τον υπερβαίνει ένας από τους πρωτεργάτες της σοσιαλιστικής συμφοράς και μιλά ο χρυσόστομος, που κατά σύμπτωση Χρυσοχοΐδη τον λένε, σαν τώρα μόλις να εξήλθε από τον συνειδησιακό του λήθαργο και να αντελήφθη τι έπραξε, αυτός και οι όμοιοί του βαδίζοντας στον λάθος δρόμο, και τώρα που όλοι προσεχώρησαν στο λάθος, προσπαθεί αυτός να γίνει ο μοναχικός αποτιμητής της κοινωνικής διάλυσης και να πουλήσει την τελευταία του έθνους ελπίδα.

Μα όλοι οι άλλοι συνεργάτες του, συνεπέστατοι, αντίθετα προς τον κυρίαρχο πολιτικό μύθο που υπηρέτησαν τόσο πιστά, τόσο καιρό, επιμένουν να εξυμνούν εν μέσω των κοινωνικών ερειπίων το καταστροφικό έργο τους και να βλέπουν τον πρωτεργάτη του κακού, τον πρωτομάστορα της συμφοράς, ηγέτη τους, σαν εθνικό αλεξικέραυνο, που όλα τα κακά πάνω του τα τραβά.
Προς τι λοιπόν η απαγορευμένη πόλη του Κινέζου αυτοκράτορα; Μεσ’ τον λαό κινούμενοι οι εν λόγω κύριοι και κυρίες, σε απαγορευμένη πόλη μοιάζουν να ζούν, από όπου δεν βγαίνουν παρά για να κοροϊδέψουν και να αλιεύσουν ψήφους από τους χριστιανικούς ιχθείς του κοινωνικού βυθού.

Τώρα λοιπόν που τους ξέρουμε όλους απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη, δεν θα ‘χουμε καμιά δικαιολογία για να πούμε ξανά πως εξαπατηθήκαμε, πως δεν ξέραμε ποιούς ψηφίζαμε ἤ γιατί ακόμη ψηφίσαμε στις στημένες από το σύστημα εκλογές και δεν βγήκαμε με τον Γκάντι στους δρόμους όσο ήταν καιρός, ἤ δεν τους πήραμε έστω με τις πέτρες, που μας άφησαν ελεήμονες για φαγητό.
Τώρα που η μετακύλιση των ευθυνών της δημοκρατίας αγγίζει τον κάθε ένα πολίτη ξεχωριστά,
τώρα που ξέρουμε πως κι΄ αυτή η τελευταία μας ευκαιρία να αντιδράσουμε εκλογικά, είναι σχεδόν εκ προοιμίου ξεπερασμένη από τις εξελίξεις, καθώς το δίχτυ της αράχνης έχει καλά πλεχθεί γύρω μας,
τώρα που οι έμποροι των εθνών και των συνειδήσεων, που δουλεύοντας υπόγεια τόσες δεκαετίες, εξαγόρασαν ως και τον θυρωρό της πολυκατοικίας μας, τι θα κάνουμε όλοι εμείς, που έχουμε μάθει να μην εμπιστευόμαστε, να μην αγαπάμε, μα να υποβλέπουμε τον πλησίον μας και να υποτασσόμεθα στον απλησίαστο αφέντη της τηλεόρασης και στον πιο πέραν ακόμη αυτού, αφέντη της Ευρώπης, που έχει το κύρος αυτής της θεϊκής από εμάς απόστασης;

Από πού θα αντλήσουμε επιβεβαίωση πως υπάρχει άλλος δρόμος από τον δρόμο της συμφοράς, για να αντιπαλέψουμε αυτούς που εξαργύρωσαν το κύρος τους και τις ψήφους μας και μας παράτησαν στην τύχη μας, να ψάχνουμε την τελευταία στιγμή να γνωρίσουμε τους γείτονές μας;
Πως θα υπερβούμε την αντιχριστιανική αυτή δυσπιστία που μας καλλιέργησε ο μοναχικός, φίλαυτος αστικός πολιτισμός, για να ξαναανακαλύψουμε το πρόσωπο του συνανθρώπου μας, την γειτονιά, το χωριό, την πατρίδα, την αποκεντρωμένη δημοκρατία της βάσης, που τόσο πολέμησαν οι καλλικρατίδες ψευτοδημοκράτες της υπερσυγκέντρωσης των εξουσιών, που αυτό πάντα επεδίωκαν.

Δηλαδή την απομάκρυνση της δημοκρατίας από τον λαό και το ανέβασμά της στην εξέδρα, που το μόνο σημείο επαφής μαζί του να’ ναι οι μούντζες και τα γιούχα του; Κι’ όλα αυτά επί σκοπού, για να πουλήσουν εν συνεχεία την κοινωνία στις αγορές της ψευτοδημοκρατικής, χωρίς πρόσωπο αυτοκρατορίας, όπου εν μια νυκτί μαθαίνει ο λαός πως αποφασίζεται εντός ολίγου η τύχη του και η ζωή του, για τις επόμενες δεκαετίες. Και πως δεν υπάρχει άλλος χρόνος για να ερωτηθεί και να αποφασίσει η ίδιος σήμερα, αρκεί μόνο που απεφάσισε χθές. Και πως δρόμος επιστροφής πίσω πια δεν υπάρχει, καθώς αυτό δεν γίνεται ανεκτό από αυτούς που ξέρουν να κάνουν το μέλλον των λαών, χρήμα. Να λοιπόν που η κοινή ανεργία και η κοινή αγωνία για το αύριο έρχεται να ξεπεράσει τον περιούσια εξατομίκευσή μας και βλέποντας τους ναρκισσευόμενους, αυταπατώμενους, παρακοιμώμενους της εξουσίας, που αρνούνται να αφυπνισθούν, ενώ όλη η κοινωνία είναι επί ποδός πολέμου, αντιλαμβανόμαστε πόσο κοιμόμασταν και μείς σαν κι’ αυτούς μέχρι χθές και υπνωτισμένοι από τους μονολόγους τους, τους πιστεύαμε και τους ψηφίζαμε.

Ουδέν κακόν λοιπόν χωρίς καλό. Γι’ αυτό κι’ οι πρόγονοί μας έλεγαν πως στέλνει ο Θεός τις συμφορές, για να ξαναανακαλύπτουν οι άνθρωποι τον πλησίον τους, την δημοκρατία και την πατρίδα τους.

http://filotimia.blogspot.com/2011/12/blog-post_6496.html

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s