Αποκρυφισμός μέρος 2ο: Ιστορικό και ιδεολογικό περίγραμμα του αποκρυφισμού


Αποκρυφισμός μέρος 1ο: Εννοιολογική προσέγγιση του αποκρυφισμού 

Στην προσπάθειά μας να εντοπίσουμε χρονικά το φαινόμενο του αποκρυφισμού και να διερευνήσουμε την προέλευσή του, ανατρέχουμε σε αυθεντικές ιστορι­κές πηγές και μαρτυρίες. Χωρίς να υπεισέλθουμε σε λεπτομερή περιγραφή στοιχείων και γεγονότων, συνοπτικά παρουσιάζουμε τις πιο σημαντικές ιστορικές μαρτυρίες, οι οποίες καταδεικνύουν την αρχαιότητα, την καταγωγή και τον επινοητή του φαινομένου. Οι γνώσεις αυτές θα μας βοηθήσουν στην ασφαλέστερη προσέγγιση και θεώρηση του σύγχρονου αποκρυφι­σμού από κοινωνιολογικής, θεολογικής και ψυχοπαι­δαγωγικής άποψης.

α) Η αρχαιότητα του φαινομένου

Ο αποκρυφισμός, με τις ποικίλες παραφυάδες και μορφές του, έχει αρχαιότατες ρίζες. Από τον προφήτη Μωϋσή (±1220 π.Χ.) είχε εντοπισθεί το φαινόμενο. Ο ιερός συγγραφέας στο βιβλίο του Δευτερονομίου[35] επιτιμά εκείνους, που επιχειρούν επικοινωνία με τους νεκρούς. Καταδικάζει την αστρολογία και αστρομαντεία, και καλεί τους «εκλεκτούς του Θεού» να τις απο­φεύγουν. Η μονοθεΐα ήταν αυτή που προφύλαξε τον ισραηλιτικό λαό από τη μαγεία[36], η οποία ήταν πολύ αναπτυγμένη και διαδεδομένη στους γύρω λαούς, χί­λια διακόσια και πλέον χρόνια πριν από την έλευση του Χριστού στον κόσμο.

Πολλές μαρτυρίες, που αφορούν την εμφάνιση του αποκρυφισμού, διασώζονται στις Ινδίες[37], στην Ιαπω­νία και στην Κίνα. Οι Βαβυλώνιοι, οι Χαλδαίοι, οι Ασσύριοι και ιδιαίτερα οι Πέρσες είχαν ασχοληθεί με τις απόκρυφες επιστήμες, είχαν αναπτυγμένη μαγεία, γραπτά κείμενα και ιερείς, οι οποίοι ταυτίσθηκαν με τους αστρολόγους[38] και τους μάντεις. Στην Αίγυπτο οι ιερείς, οι μάντεις[39] και οι μάγοι, εκτός από τον μαγνη­τισμό, που είναι προσφιλής μέθοδος των Κινέζων, τον υπνωτισμό και τη μέθοδο της υποβολής και αυθυπο­βολής για τη θεραπεία των ασθενών, έλεγαν πως γνώ­ριζαν και τον τρόπο να «επικοινωνούν» με τα πνεύμα­τα[40]. Αρκετοί απ’ αυτούς χρησιμοποιούσαν[41] σύμβολα και παραστάσεις, οι οποίες χρησιμοποιούνται μέχρι σήμερα από ομάδες αποκρυφιστών.

Στην αρχαία Ελλάδα δεν ήταν άγνωστη η επικοινω­νία με τις ψυχές των νεκρών. Οι λεγόμενοι νεκρομάντεις ήταν αυτοί που ασχολούνταν με μυστικές τελετές και είχαν ειδικούς τόπους και χώρους στους οποίους κατέφευγαν, για να επικοινωνήσουν[42] με τα πνεύματα και να τα συμβουλευθούν για διάφορα ζητήματα.

Οι ιστορικοί αναφέρουν[43] ότι στις όχθεις του ποτα­μού Αχέροντα, στη Φιγαλία, στο ακρωτήριο του Ται­νάρου, στην Ηράκλεια του Πόντου και αλλού κατέ­φευγαν και Έλληνες[44], και διά μέσου των νεκρομάντεων επικοινωνούσαν με πνεύματα νεκρών. Εκεί δεν πή­γαιναν μόνον άνθρωποι μειωμένου διανοητικού και μορφωτικού επιπέδου, αλλά και εξέχουσες προσωπι­κότητες, όπως ο Περίανδρος ο Κορίνθιος[45], ένας από τους επτά σοφούς της αρχαίας Ελλάδος, ο Σπαρτιάτης στρατηγός Παυσανίας[46] και άλλοι[47]. Κοντά στους Δελ­φούς υπήρχαν άλλα τέσσερα τουλάχιστον μαντεία του Απόλλωνα, της Άβας στη Φωκίδα, της Τέγηρας και του Πτώου όρους στη Βοιωτία και του Ισμήνιου Απόλλωνα στη Θήβα. Στην Εφύρα, στα παράλια της Ηπείρου, υπήρχε ένας ναός, όπου πολλοί κατέφευγαν και υπέβαλαν ερωτήσεις σε νεκρούς. Ο Ηρόδοτος καταγράφει[48] περιστατικό με αντιπροσωπεία του τυ­ράννου της Κορίνθου, του Περίανδρου, στο νεκρομα­ντείο της Εφύρας.

Οι Ρωμαίοι αντέγραψαν αυτά που συνέβαιναν στην αρχαία Ελλάδα σε σχέση με τους νεκρούς και τα πονη­ρά πνεύματα. Τα τέλη του 3ου π.Χ. αιώνα οι Ρωμαίοι δημιουργούν επαφές με την κυρίως Ελλάδα. Σχέσεις αναπτύσσουν και με το μαντείο των Δελφών. «Μετά τις διαδοχικές συμφορές κατά τον Β’ Καρχηδονιακό πόλε­μο, που αποκορυφώθηκαν στη μάχη των Κανών, οι Ρωμαίοι έστειλαν στους Δελφούς τον Κόιντο Φάβιο Πίκτωρα να επερωτήσει το μαντείο με ποια τελετουρ­γία θα εξασφάλιζαν τη νίκη εναντίον των Καρχηδο­νίων. Η έκθεση της αποστολής του, που μας διασώζει ο Λίβιος, πηγάζει από τον ίδιο, που έγινε ο πρώτος Ρωμαίος ιστορικός. Η Πυθία τον εφοδίασε με ένα κατάλογο θεών και θεαινών που έπρεπε να ικετευθούν με επίσημη ιεροτελεστία κατά ένα καθορισμένο τρόπο, και του έδωσε επίσης ένα έμμετρο χρησμό, που μας διασώθηκε σε πεζή λατινική μετάφραση»[49].

Οι Ρωμαίοι, όμως, είχαν και δικές τους μαγικές μεθόδους. Τα ελληνικά μαντεία τα χρησιμοποιούσαν για πολύ ειδικές περιπτώσεις. Η ρωμαϊκή Πολιτεία είχε τα λεγόμενα Σιβύλλεια βιβλία[50], τα οποία περιείχαν μία επικίνδυνη πρόβλεψη της ζωής τους και τα εμπιστεύ­θηκαν για φύλαξη σε υπεύθυνους, οι οποίοι μπορού­σαν να τα χρησιμοποιήσουν μόνο με την άδεια της Συγκλήτου. Στην Ιταλία υπήρχαν μερικά μαντεία, όπως οι ναοί της θεάς Τύχης στην Πραίνεστο και στο Άντιο. Την εποχή της παρακμής των ελληνικών μαν­τείων, στους Ρωμαίους εμφανίζεται το φαινόμενο της αστρολογίας[51].

Η προσπάθεια των τραγικών ποιητών της ελλη­νικής αρχαιότητας για κάθαρση και λύτρωση μέσα από τα ορφικά και τα άλλα μυστήρια ήταν καταδικα­σμένη σε αποτυχία, αφού ήταν προσπάθεια μιας αν­θρώπινης απολύτρωσης και τίποτε περισσότερο. Κατά τον Ξενοφώντα[52] και τον Πυθαγόρα, ο Όμηρος και ο Ησίοδος απέδωσαν στους θεούς πράξεις, τις οποίες δεν θα τολμούσαν να διαπράξουν ούτε οι πιο άσημοι άνθρωποι, όπως απάτες, κλοπές, μοιχείες και φόνους. Αυτό φανερώνει την ηθική κατάπτωση, η οποία επι­κρατούσε τους χρόνους του κλασικού ανθρωπισμού στην αρχαία Ελλάδα, αλλά και πέρα απ’ αυτήν, από την Κίνα του Κουμφούκιου, την Ινδία, την Ιουδαία μέχρι το ρωμαϊκό κόσμο. Ρίζα της ηθικής παρακμής, ήταν η θρησκευτική κατάπτωση με τις αγυρτείες, τις μαγείες[53], τις μαγγανίες και την κάθε μορφή σατα­νικής τελετής και λατρείας.

Την ελληνική σκέψη, όπως έδειξαν οι ιστορικές μαρτυρίες, την κάλυπτε βαθιά ομίχλη[54], διότι και αυτοί οι έλληνες φιλόσοφοι, όπως γράφει ο Ιωάννης Χρυσόστομος, «ούτε περί Θεού ούτε περί κτίσεως τι υγιές ευρείν ηδυνήθησαν εκείνοι… Αλλ’ έλεγον ότι θάμνος εστί και ιχθύς, και κύων γίνεται η ψυχή». Για να κατα­λήξει ο εκκλησιαστικός πατέρας με τον ακόλουθο λόγο: «Αν αρξώμεθα τα εκείνων προτιθέναι δόγματα, και τι μεν περί θεού, τι δε περί ύλης, τι δε περί ψυχής, τι δε περί σωμάτων είπον, πολύς έψεται γέλως»[55]. Στο λόγο αυτό περιγράφεται με σκωπτικό τρόπο η πίστη ορισμένων ελλήνων φιλοσόφων της αρχαιότητας στη μετεμψύχωση και μετενσάρκωση. Παρά ταύτα οι έλλη­νες δεν έφθασαν την ηθική κατάπτωση των Βαβυλω­νίων, των Ασσυρίων, των Αιγυπτίων και των Ρωμαί­ων, οι οποίοι λάτρευαν κροκόδειλους και ξόανα.

Παραμένουν γνωστά τα παγκοσμίου φήμης μαντικά κέντρα των Δελφών, της Ισθμίας και της Δωδώνης. Πολλοί σοφοί της αρχαίας Ελλάδας συναναστροφήκαν με ιερείς των ειδώλων της Αιγύπτου[56] και μετέφε­ραν στοιχεία αποκρυφισμού και στο χώρο που έζησαν και έδρασαν. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγεται ο περί­φημος μαθηματικός Εύδοξος, ο οποίος είχε δάσκαλο τον ιερέα Χουνουφέα από τη Μέμφιδα. Ο γνωστός νομοθέτης και μεταρρυθμιστής Σόλων (640; – 560 π.Χ.) άκουσε τον ιερέα Σάγχυτα από τη Σάιδα. Ο φιλόσο­φος Πυθαγόρας παρακολούθησε τον ιερέα Οινουφέα από την Ηλιούπολη και ο Πλάτωνας ήταν και αυτός γνώστης της φιλοσοφίας των Αιγυπτίων ιερέων. Αποκρυφιστικές (κυρίως μαντικές και αστρομαντικές) γνώσεις μεταδίδονταν από Αιγυπτίους ιερείς σε ναούς ειδωλολατρικούς και παρόμοιες βρίσκουμε στα Upanisads, στα έπη των Ινδιών, σε Κινέζικα φιλοσοφικά συστήματα, ειδικά στον Ταοϊσμό[57], σε συγγράμματα του Lao-tse, Στην Αιγυπτιακή βίβλο των νεκρών, σε Αιγυπτιακούς παπύρους, σε Ιουδαϊκές Γραφές, όπως είναι η Καββάλα και το Ταλμούδ, σε πλατωνικές και νεοπλατωνικές σχολές[58] και αργότερα στον Ισλαμι­σμό[59], στον Σουφισμό, στον Σαμανισμό, στην Ούφολογία[60] και άλλου.

Συνοψίζοντας, να αναφέρουμε πως στα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης[61] ο αποκρυφισμός εμφανίζεται κυ­ρίως με τη μορφή της μαγείας, της μαντείας, του πνευ­ματισμού, της θεοσοφίας, της αστρολογίας και της αστρομαντείας.

β) Η καταγωγή του αποκρυφισμού

Ο αποκρυφισμός, για να φθάσει στη σημερινή του μορφή, χρειάσθηκε να περάσουν χιλιετηρίδες. Η θεο­σοφία, η μαγεία, η μαντεία, η αστρολογία και πολλές άλλες παραφυάδες διακηρύττουν[62] επίσημα ότι απ’ αυτές προήλθαν όλες οι παλαιότερες και νεότερες θρη­σκείες. Ισχυρίζονται ακόμη ότι «η Μυστική Διδασκα­λία (δηλ. ο αποκρυφισμός) παραδέχεται την μετενσάρκωσιν, μετενσωμάτωσιν ή παλλιγγενεσίαν, ως του μό­νου μέσου, όπως ούτος φθάσει εις τα τελικά του πε­πρωμένα, και όπως ανακτήση τας λειτουργίας, αι οποίαι ητόνισαν από της εποχής της ‘Πτώσεως’ του ανθρώπου, της οποίας μνεία γίνεται εις την Βίβλον, αφ’ ότου οι ‘Πρωτόπλαστοι’, εγεύσθησαν του απηγορευμένου καρπού του ‘Δένδρου της Γνώσεως’, του καλού και του κακού. Η παγκόσμιος αύτη Αδελ­φότης, (εννοούν τις διάφορες μορφές του αποκρυφισμού), κατέχει την συνολικήν ίστορίαν και γνώσιν του Ανθρώπου από της εμφανίσεως αυτού επί της Γης μέχρι σήμερον»[63].

Στο πρώτο βιβλίο της Πεντατεύχου[64] επαρκώς παρουσιάζεται ο ρόλος του «αρχεκάκου όφεως», δηλ. του διαβόλου, ο οποίος ζητεί να πλανήσει τον άνθρωπο και να τον αποξενώσει από τον Θεό-Δημιουργό του. Αυτός (ο διάβολος), στο πέρασμα των αιώνων, εμ­πλέκει ακόμη περισσότερο την πορεία των ανθρώπων, δημιουργώντας την πλάνη των θρησκειών και των ειδώλων. Τότε συντελείται η μεγαλύτερη ψυχική φθο­ρά του Ανθρώπου και μεγαλώνει το χάσμα μεταξύ αυτού και του Θεού-Δημιουργού του[65]. Κατά τη χρο­νική περίοδο, από την πτώση του ανθρώπου μέχρι την ενανθρώπηση του Ιησού Χριστού, παρουσιάζονται διάφορες παραφυάδες του αποκρυφισμού, οι οποίες σύμφωνα με το λόγο της Γραφής[66] έχουν κοινή κατα­γωγή και προέλευση. Αυτό έρχεται στη συνέχεια να επιβεβαιώσει η επιστήμη της θρησκειολογίας με την έρευνα των γεγονότων και των ιστορικών δεδομένων.

Οι γνώμες των θρησκειολόγων[67] και των άλλων επιστημόνων συγκλίνουν, όταν κάνουν λόγο για μονοθεϊσμό στην αρχή της δημιουργίας του ανθρώπου, στην παραπλάνηση του ανθρώπου κατά την πορεία των αιώνων, στην πτώση και κατάληξή του στη συνέχεια στο λαβύρινθο της πολυθεΐας και των ειδώλων. «Η αφετηρία της ανθρώπινης θρησκευτικότητας υπήρξε ένας ‘αποκλειστικός μονοθεϊσμός’ και ότι από εθνολο­γικές μελέτες που έγιναν σε απομακρυσμένες περιοχές της υδρογείου, όπου υπάρχουν υπολείμματα παλαιό­τατων πρωτόγονων λαών, διαπιστώθηκε μια αυτοτε­λής και ενδογενής πίστη σε ένα ύψιστο Θεό, δηλαδή μονοθεϊσμός»[68].

Είναι αξιολογήσιμη η πληροφορία την οποία μας δίνει επίσημη πηγή του αποκρυφισμού, ότι η έδρα της «Απόκρυφης Ιεραρχίας και Αδελφότητας» βρίσκεται εδώ και αιώνες σε απροσπέλαστη περιοχή της κεν­τρικής Αφρικής και ότι απόκρυφες βιβλιοθήκες, υπό­γειες κρύπτες, στοές, κατοικίες και μουσεία βρίσκονται σε μεγάλα και πλούσια μοναστήρια των Ινδιών (Λαμάσαρη), στην άνυδρη χώρα του Ταρίμ, σε μια πραγ­ματική έρημο, Στην καρδιά του Τουρκεστάν[69]. Παρό­μοιοι τόποι, όπως θα διαπιστώσουμε στη συνέχεια, ευνοούν και σήμερα την πραγματοποίηση συναντήσε­ων, θυσιών, μυήσεων και άλλων τελετουργικών πράξε­ων, μεταξύ των οπαδών των διαφόρων ομάδων του αποκρυφισμού.

Για την καταγωγή του αποκρυφισμού έχει γραφεί πως «όπως οι Ίωνες φιλόσοφοι, ούτω και οι Πυθαγό­ρειοι, ως κύριον έργον της φιλοσόφου ερεύνης έθεντο την ανεύρεσιν μιας αγενήτου και ανωλέθρου αρχής και αιτίας πάντων των όντων. Προς επιτυχίαν δε του σκοπού τούτου εχρησιμοποίησαν το μεγαλειώδες περί αριθμών και αστρονομίας σύστημα της Σχολής αυ­τών». Και η επισήμανση καταλήγει: «Αι περί θεού αντιλήψεις των Πυθαγορείων ευρίσκοντο εις άμεσον συσχετισμόν και εξάρτησιν εκ της Ορφικής θεολογίας και μυστηριολογίας, εξ ης ο Πυθαγόρας παρέλαβε τας περί αριθμών ως ουσίας των πάντων και ως θεών, αντιλήψεις αυτού»[70].

Μία σύγχρονη και σε βάθος εξέταση των θεωριών και της τελετουργίας των αποκρυφιστικών ομάδων μάς οδηγεί στη διαπίστωση ότι η θεωρία περί Θεού, περί δημιουργίας του κόσμου, περί ανθρώπου και οι τεχνικές τους έχουν σαν βάση και αφετηρία την ορφι­κή θεολογία και την αποκρυφολογία των προχριστια­νικών χρόνων.

Σύγχρονοι αποκρυφιστές αποδέχονται[71] ότι θεμέλιο της διδασκαλίας τους αποτελεί ο νέο-πυθαγορισμός, ο οποίος είναι συνονθύλευμα πλατωνικών, περιπατη­τικών και στωϊκών φιλοσοφημάτων, με ιδιαίτερο χαρακτηριστικό γνώρισμα την πίστη σε αποκαλύψεις και μυστικισμό[72]. Πλούσιο υλικό ακόμη αντλεί ο αποκρυ­φισμός από τις ινδικές Γραφές[73], τις γνωστές με το όνομα Vedas ή Βέδδες, (ιερή επιστήμη, αγία γνώση, θεοσοφία), και γι’ αυτό η ηθική του σε μεγάλο μέρος παρουσιάζεται ινδουϊστική και βουδιστική.

Είναι φανερό, λοιπόν, ότι ο άνθρωπος, όταν έχασε τη θεοκεντρικότητα στη ζωή του, προσπάθησε να βοη­θηθεί ανθρωποκεντρικά. Τέτοιες μορφές ανθρωποκεν­τρικής[74] βοήθειας ήταν η μαντεία, η μαγεία, ο πνευμα­τισμός και άλλα αποκρυφιστικά φαινόμενα, τα οποία παραμένουν και δρουν μέχρι των ήμερων μας. Θα τα εξετάσουμε πιο αναλυτικά στη συνέχεια.

impantokratoros.gr

[35] Στο Δευτ. 18,9-13 αναφέρεται επικοινωνία με τους νεκρούς, την οποία έκαναν «εγγαστρίμυθοι και τερατοσκόποι». Γι’ αυτό και ο Θεός προειδοποιεί τον ισραηλιτικό λαό και του λέγει: «Εάν δε εισέλθης εις την γην, ην Κύριος ο Θεός σου δίδωσί σοι, ου μαθήση ποιείν κατά τα βδελύγματα των εθνών εκείνων. Ουχ ευρεθήσεται εν σοι περικαθαίρων τον υιόν αυτού ή την θυγατέρα αυ­τού εν πυρί, μαντευόμενος μαντείαν, κληδονιζόμενος και οιωνιζόμενος, φαρμακός επαείδων επαοιδήν, εγγαστρίμυθος και τερατοσκόπος επερωτών τους νεκρούς. Έστι γαρ βδέλυγμα Κυρίω τω Θεώ σου πας ποιών ταύτα. Ένεκεν γάρ των βδελυγμάτων τούτων Κύριος εξολοθρεύσει αυτούς από προσώπου σου».

[36] Για την προϊστορία και την ιστορία της μαγείας υπάρχει πλούσια ελληνική και ξένη βιβλιογραφία. Βλ. α) Ζιάκα Γρ., Η Θρησκεία των προϊστορικών κοινωνιών και των λαών της Μεσοποτάμιας, Θεσσαλονίκη 1987, σσ. 9 κ.ε., β) λ. «Μαγεία», Θ.Η.Ε., τόμ. 9, σσ. 444 κ.ε., και γ) περ. «Μαχητής», αρ. φύλ. 114, Νοέμβριος – Δεκέμβριος 1995, σσ. 66 κ.ε. Πρβλ. και το έργο του αποκρυφιστή Aleister Crowley, Magick, In Theory and Practice, Dover Publications, New York 1976, σσ. 34 κ.ε.

[37] Βλ. Γερμανού, Μητροπ. Ηλείας, Χριστιανισμός και μαγεία. Εισήγηση στο Θεολογικό Συνέδριο της Ι. Μητροπόλεως Ηλείας, 22-23 Φεβρουαρίου 1992, Αθήναι 1993, σσ. 11-34 και Δακουρά Διον., Θρησκεία και μαγεία εξ επόψεως Θρησκειολογικής. Εισή­γηση στο ίδιο συνέδριο, όπ.π., σσ. 35 κ.ε.

[38] Βλ. Εξόδ. 7,10-25 και 8, 7-18.

[39] Γενικά στοιχεία για το ρόλο των μάντεων βλ. α) Ε. des Places, Oracles chaldaiques, avec un choix de commentaires anciens, texte et trad, Belles Lettres (1971), β) Collins J. J., The Sibylline Oracles of Egyptian Judaism, London 1974 και γ) Parke W. Η., Ελληνικά μαντεία, μτφρ. Βόσκου Ανδρ., Αθήνα 1979, σσ. 17-32,130-144 και 159-188.

[40] Στο βιβλίο της Εξόδου, (κεφ. 7, στίχ. 10-25 και στο κεφ. 8, στιχ. 7 και 18), γίνεται λόγος για “πνευματιστικά σημεία”, τα οποία χρησιμοποίησαν οι μάγοι και οι φαρμακοί των Αιγυπτίων μπροστά στο Φαραώ, με σκοπό να εξουδετερώσουν τα θαύματα που επιτελούσε ο Ααρών. Η διαφορά μεταξύ των θαυμάτων του Ααρών και των φαρμακειών των Αιγυπτίων ήταν ότι ο Ααρών μπορούσε να επανορθώσει, να επουλώσει την πληγή, την οποία προκαλούσε με τη ράβδο του κατόπιν εντολής του Θεού.  Εκείνοι, αντίθετα, αισθάνονταν πλήρη αδυναμία και δεν μπορούσαν να επανορθώσουν το κακό, που έκαναν.  Έτσι, οι μάγοι αποδεικνύονταν ανίσχυροι στη διάπραξη του καλού.

[41] Για την τελετουργία και τη μαγεία των προϊστορικών κοι­νωνιών βλ. Ζιάκα Γρ., Η Θρησκεία των προϊστορικών κοινωνιών και των λαών της Μεσοποταμίας, όπ. π., σσ. 31 κ.ε.

[42] Βλ. Όμηρου Οδύσσεια, ραψωδίες κ’ 378 – λ’ 646, μτφρ. Σιδέρη Ζησ., Αθήνα 1994² σσ. 195-229. Στους στίχους αυτούς ο Όμηρος αναφέρει ότι ο Οδυσσέας, ακολουθώντας τη συμβουλή της Κίρκης και με τη βοήθειά της, επικοινώνησε με το πνεύμα του μάντη Τειρεσία, με το πνεύμα της μητέρας του και με τα πνεύματα άλλων διάσημων και προσφιλών του προσώπων. (Πρόκειται για επικοινωνία με πονηρά πνεύματα, όπως θα διαπιστώσουμε πιο κάτω).

[43] Πρβλ. Ηροδότου Ιστορία, Εισαγωγή – μετάφραση – σχόλια Σακαλή Ιγν., Αθήνα 199410, σς. 48-65 (Β’ 37-42, Β’ 52-58, Β’ 68-70, Β’ 85-70 και Β’ 122-125).

[44] Η λειτουργία των μαντείων στην αρχαία Ελλάδα και η επί­δρασή τους στη δημόσια και την ιδιωτική ζωή των αρχαίων Ελ­λήνων παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον από ιστορικής, πολιτι­σμικής και κοινωνικής άποψης. Έχουν γίνει σημαντικές προσπά­θειες και έχουν γραφεί αξιόλογα έργα για το θέμα αυτό. Για το ρόλο των μάντεων σημαντικά και αξιολογήσιμα στοιχεία υπάρ­χουν στα Ομηρικά έπη: (Οδύσ. Ο’ 160 κ.ε., Ρ’ 382 κ.ε., Ξ’ 327 κ.ε.), (Ιλιάδ. Α’ 62 κ.ε., Ζ’ 76, Η’ 44 κ.λπ.). Στην Οδύσσεια μνημονεύε­ται ρητά το μαντείο της Δωδώνης (Οδύσ. Υ’ 351 κ.ε., καθώς και σε πολλούς άλλους στίχους). Τα μαντεία της Δωδώνης και του Άμμωνα υμνήθηκαν και από τον Πίνδαρο. Οι Έλληνες των κλασικών χρόνων συνέδεαν το όνομα του θεού Απόλλωνα με την προφητεία. Ο Απόλλων φαίνεται να ήλθε σαν εισβολέας στην Ελλάδα, μετα­ξύ της Μυκηναϊκής και Αρχαϊκής περιόδου. Ο Αριστοφάνης στο έργο του «Ειρήνη», (Αριστοφάνους Ειρήνη 1047 κ.ε.), επιμένει στη διακωμώδηση των μαντειοκάπηλων. Βασιλείς, τύραννοι και μεγάλοι ποιητές της Αρχαϊκής περιόδου καταφεύγουν στα μαντεία των Δελφών, της Δωδώνης και της Μ. Ασίας, κάνουν αφιερώσεις και ζητούν οδηγίες για την οργάνωση του κράτους ή την αντιμετώπιση των εχθρών τους. (Πρβλ. Ηροδ. 1,14 και Πλουτάρχ. Λυκούργος 6). Βλ. και Parke and Wormell, Delphic Oracle, 11, αρ. 51). Σε πολλά έργα αρχαίων ελλήνων συγγραφέων γίνεται αναφορά στην οιωνοσκοπεία και στην κληρομαντεία. Πρόκειται για μέθοδο, όπου η χρησμοδότηση γινόταν με τη χρήση κλήρων. (Ιλιάδ. Η’ 175 κ.ε.)

[45] Ο Περίανδρος ήταν γυιός του Κύψελου. Υπήρξε τύραννος της Κορίνθου και ήταν αυτός που μετέφερε το χρησμό της Πυθίας στον Θρασύβουλο, τύραννο της Μιλήτου.

[46] Μ.Ε.Ε., τόμ. 19, σ. 818.

[47] Οι πνευματιστές θέλουν και τον Σωκράτη να επικοινωνεί με τα πονηρά πνεύματα και να παίρνει εμπνεύσεις. Αυτό δεν μπορεί να υποστηριχθεί βάσιμα, διότι δεν υπάρχουν σαφείς και επαρκείς μαρτυρίες. (Πρβλ. Μαργιωρή Ν., Η τελευταία μέρα του Σωκράτη, η μεταφυσική φιλοσοφία στο απόγειο της δόξας της, Αθήνα 1988, σσ. 122-126 και Γρηγοριάδη Π., Σωκράτης ο άγνωστος επαναστά­της, Αθήναι 1988, σσ. 74 κ.ε.). Μεταξύ εκείνων που επιζητούσαν επικοινωνία με νεκρούς συγκαταλέγονται ο Πλάτωνας και ο Πλούταρχος. Ο δεύτερος μάλιστα πιστεύει πως οι ψυχές που είχαν «ακάθαρτον βίον» υποχρεώθηκαν σε μετενσάρκωση, με σκοπό την κάθαρση και τον εξαγνισμό τους.

[48] Ηροδότ. 5, 92. Για την ανασκαφή του νεκρομαντείου της Εφύρας βλ. Δάκαρη Σ., Αρχαιότητες Ηπείρου: Το νεκρομαντείο του Αχέροντος, Εφύρα – Πανδοσία – Κασσώπη, Ιωάννινα 1977.

[49] Parke W.H., όπ.π., σ. 160. Βλ. και Livius 22,57,5 και 23,11,1 κ.ε.

[50] Πρβλ. Parke W.H., όπ.π., σ. 162.

51. Ιuvenalis 6, 552 και Suetonii Nero 40.

[52] Ξενοφώντος Απολ. 11. (Στα αποσπάσματα των προσωκρα­τικών, κατά τη συλλογή των Η. Diels – W. Kranz, «πάντα θεοίσιν ανέθηκαν Όμηρος θ’ Ησίοδος τε… όσα παρ’ ανθρώποισιν ονείδεα και ψόγος εστίν, κλέπτειν, μοιχεύειν τε και αλλήλους απατεύειν»).

[53] Για το θέμα της μαγείας στην ελληνική αρχαιότητα από την πλευρά των αποκρυφιστών βλ. Murry Hope, Πρακτική ελληνική μαγεία. Ένας πλήρης οδηγός του μοναδικού μαγικού συστήμα­τος, βασισμένος σε κείμενα της Αρχαίας Ελλάδος, μτφρ. Λένου Δ., Αθήνα 1989, σσ. 17 κ.ε. και 188 κ.ε.

[54] Κατά τον Ιωάν. Χρυσόστομο των Ελλήνων εθνικών δεν ήταν μόνον σατανικόν το δόγμα, αλλά και ο βίος διαβολικός. (Πρβλ. ομιλία του στο Ρωμ. 4,1, PG 60, 416-420). Πρβλ. και Γιέρου Χ., Το Αρχαίον Ελληνικόν και Χριστιανικόν Πνεύμα, Αθήναι 1969, σσ. 75 κ.ε.

[55] Ιωάν. Χρυσοστόμου, Ομιλ. στο Ιωάν. 16, 3, PG 59, 369-370.

[56]  Πρβλ. Θεοδώρου Ανδρ., Ιστορία των δογμάτων, Αθήναι 1973, σσ. 91-97

[57]  Πρβλ. Fritjof Capra, Το Ταό και η φυσική, μτφρ. Βενέτα Μ., Λονδίνο 1974, σσ. 122-127.

[58]  Βλ. Φιλιππίδου Λεων., Ιστορία της εποχής της Καινής Διαθήκης εξ επόψεως παγκοσμίου και πανθρησκειακής, Αθήναι 1958, σσ. 52 κ.ε., 81 κ.ε.

[59] Βλ. Ζιάκα Γρ., Ιστορία των Θρησκειών, Β’, Το Ισλάμ, Θεσσαλονίκη 1991, σσ. 417-428. Βλ. και Ευαγγελάτου Γ., Ψυχιατρική, Μαγεία και Παραψυχολογία, στο «Μαγεία και Χριστιανισμός», όπ.π., σ. 86. Πρβλ. περ. «Τρίτο Μάτι», τεύχ 43, Φεβρουάριος 1995, σσ. 14 κ.ε.

[60] Επιστημονικές απόψεις περί της Ουφολογίας βλ. Φράγκου Απ., Υπάρχουν U.F.O.; Αθήναι 1982. Για τη σχέση των U.F.O με τον υπνωτισμό τις σσ. 69-70 και για τη σχέση των U.F.O. με τον μυστικισμό βλ. σσ. 73-76.

[61] Βλ. Δευτερ. 18, 9-13 και Α’ Βασ., κεφ. 28, όπου αναφέρεται πνευματιστική συνεδρίαση. Παρόμοια περιστατικά αναφέρονται και σε άλλα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης.

[62] Βλ. Ε.Θ., όπ.π., τόμ. 2, σσ. 166 κ.ε., και Α.Ε.Α., όπ.π., σσ. 76 κ.ε.

[63] Α.Ε.Α., όπ.π., σ. 15. Πρβλ. Λ. «Αποκρυφολογία», Μ.Ε.Ε., τόμ. 5, σσ. 168 κ.ε.

[64] Βλ. Γεν. 3,1- 7.

[65] Πρβλ. Ματσούκα Ν., Δογματική και Συμβολική Θεολογία Β, έκθεση της ορθόδοξης πίστης, Θεσσαλονίκη 1992, σσ. 207 κ.ε.

[66] Βλ. Δευτερ. 18, 9-13 και Α’ Τιμ. 4,1-7.

[67] Βλ. Ζιάκα Γρ., Μία θρησκειοϊστορική προσέγγιση. Ανά­τυπο από την επιστημονική επετηρίδα της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, τόμ. 20, Θεσ­σαλονίκη 1989. Πρβλ. α) Berggray Ε., Η ψυχική πηγή της θρησκεί­ας, μτφρ. Λούβαρι Ν., Αθήναι 1946, σσ. 31 κ.ε., β) Antoine Faivre, λ. «Occultism», E.R., τόμ. 11, σσ. 36-40, γ) περ. «Η Δράσις μας», τεύχ. 207, Φεβρουάριος 1977, σ. 52, δ) Λ. «Θρησκεία», Ε.Θ., όπ. π., τόμ. 2, σσ. 166-167 και ε) Λ. «Θρησκεία», Θ.Η.Ε., τόμ. 6, σσ. 530 κ.ε.

[68] Κακαβούλη Αλ., Ηθική ανάπτυξη και αγωγή, Αγ. Παρα­σκευή Αττικής 1994, σ. 258. Βλ. και Φιλιππίδου Λεων., Σύγχρονος θρησκειολογική κίνησις, Αθήναι 1952, σσ. 7-8.

[69] Βλ. Α. Ε. Α., όπ.π., σσ. 17-18.

[70] Θεοδώρου Ανδρ., όπ.π., σσ. 56-57.

71. Βλ. Ματσούκα Ν., Ιστορία της φιλοσοφίας, με σύντομη εισαγωγή στη φιλοσοφία, Θεσσαλονίκη 1984, σσ. 115-120.

[72] Βλ. Α.Ε.Α., όπ.π., σσ. 19ε, 25ε, 34-43. Πρβλ. Γιέρου Χ., όπ.π., σ. 44. (Ο συγγραφέας μεταξύ άλλων αναφέρει ότι η ελληνική θρησκευτική σκέψη «εκαθάρισε βαθμηδόν και κατ’ ολίγον τας μυθι­κάς και τελετουργικάς θρησκευτικάς ελληνικάς παραδόσεις και εξήλειψε τον πολυθεϊσμόν και τον ανθρωπομορφισμόν»). Για την ιστορία, την κοινωνική ιστορία και καταγωγή του αποκρυφισμού βλ. την τοποθέτηση του Mircea Eliade περί αποκρυφισμού στο λ. «Occultism», Στην E.R., τόμ. 11, σσ. 36-40.

[73] Πρβλ. Fritjof Capra, όπ.π., σσ. 95 κ.ε.

[74] Φιλιππίδου Λεων., Πρωτογόνων θρησκευτική ζωή, Αθή­ναι 1964, σσ. 56 κ.ε.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s