Στημένο το δημοκρατικό «παιχνίδι»…


Του Γιώργου Κύρτσου

Ο εκλογικός νόμος

Βασικός παράγοντας για τον καθορισμό των εξελίξεων είναι ο εκλογικός νόμος. Στην Ελλάδα ισχύει ένα είδος ενισχυμένης αναλογικής, που στις δύο τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις πήρε χαρακτηριστικά εκλογικής ρουλέτας.

Το πρώτο κόμμα επιβραβεύεται με το «μπόνους» των 50 εδρών με βάση το νόμο Παυλόπουλου. Παλαιότερα το «μπόνους» που έπαιρνε το πρώτο κόμμα ήταν 40 έδρες, η βασική διαφορά όμως ήταν ότι οι επιπλέον έδρες πήγαιναν σε ένα κόμμα με ποσοστό της τάξης του 40%-45%, με στόχο να μετατρέψει τη σχετική πλειοψηφία στο εκλογικό σώμα σε απόλυτη πλειοψηφία στη Βουλή.

Τα πράγματα έχουν ξεφύγει από τον έλεγχο εξαιτίας της καθίζησης των εκλογικών ποσοστών των κομμάτων που δίνουν τη μάχη για την πρώτη θέση. Στις εκλογές της 6ης Μαΐου η ΝΔ πήρε λιγότερο από 19% των ψήφων, αύξησε όμως τις βουλευτικές της έδρες στις 108 εξαιτίας του «μπόνους» για την εκλογική πρωτιά.

Η αύξηση των εδρών, παρά τη μείωση του ποσοστού της από το 33% των βουλευτικών εκλογών του 2009 στο 19%, απέτρεψε την πολυδιάσπασή της και διατήρησε τον κ. Σαμαρά στην ηγεσία. Έδωσε μάλιστα την ευκαιρία στον τελευταίο να επιχειρηματολογήσει, με επιτυχία όπως αποδείχτηκε, υπέρ της απορρόφησης όλων των κεντροδεξιών δυνάμεων από τη ΝΔ, με στόχο να αποτραπεί στις εκλογές της 17ης Ιουνίου η πρωτιά του ΣΥΡΙΖΑ, που θα του εξασφάλιζε το «μπόνους» των 50 εδρών και την πολιτική κυριαρχία.

Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι ο απαράδεκτος εκλογικός νόμος που ισχύει –εντελώς αντιδημοκρατικός και καλπονοθευτικός– προσδιόρισε σε μεγάλο βαθμό την πολιτική και εκλογική δυναμική.

Προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν αμφισβήτησε το νόμο Παυλόπουλου και τη μερική ανασύνταξη του δικομματισμού ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, ίσως γιατί εκτιμά ότι πλησιάζει η ώρα κατά την οποία θα του φανεί ιδιαίτερα χρήσιμη η στρέβλωση στο πολιτικό σύστημα και στην εκλογική διαδικασία που προκαλεί ο συγκεκριμένος εκλογικός νόμος.

Στην πραγματικότητα ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί συνασπισμό κομμάτων, άρα θα μπορούσε να παραιτηθεί του «μπόνους» των 50 εδρών, και το ίδιο συμβαίνει με τη ΝΔ, η οποία συνεργάστηκε με τη Δημοκρατική Συμμαχία της κ. Μπακογιάννη και απορρόφησε περισσότερα από τα μισά αναγνωρίσιμα στελέχη του ΛΑΟΣ του κ. Καρατζαφέρη.

Εάν λοιπόν υπήρχε η στοιχειώδης πολιτική εντιμότητα, τα δύο κόμματα που πρωταγωνιστούν στις εξελίξεις, η ΝΔ και ο ΣΥΡΙΖΑ, θα μπορούσαν να μας απαλλάξουν από το «ζουρλομανδύα» του νόμου Παυλόπουλου χωρίς να τον αλλάξουν, αλλά αναγνωρίζοντας ότι αποτελούν, ουσιαστικά, συνασπισμό κομμάτων. Βέβαια στην ελληνική και τη διεθνή ιστορία είναι σπάνιες οι περιπτώσεις που αυτοί που μπορούσαν να στήσουν το εκλογικό παιχνίδι σε όφελός τους λειτούργησαν δημοκρατικά και με βάση το εθνικό συμφέρον.

Η χρηματοδότηση

Η εκλογική και γενικότερα η δημοκρατική διαδικασία στη χώρα μας είναι στημένη και εξαιτίας της επιδότησης των κομμάτων από τον κρατικό προϋπολογισμό.

Στην αρχή οι σχετικές ρυθμίσεις χαιρετίστηκαν σαν ένα είδος οικονομικής εγγύησης της αποδέσμευσης των κομμάτων από τα διαπλεκόμενα συμφέροντα. Με το πέρασμα του χρόνου η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ ενίσχυσαν τη διαπλεκόμενη εξάρτησή τους, γεγονός που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η διαπλοκή δεν είναι προϊόν οικονομικής ανάγκης, αλλά πολιτικής βούλησης και προσωπικής αδυναμίας των πρωταγωνιστών.

Έτσι όπως λειτουργεί το σύστημα, η πλουσιοπάροχη κρατική επιδότηση των κομμάτων λειτουργεί υπέρ αυτών που έχουν ενταχθεί στο σύστημα και σε βάρος αυτών που θέλουν να ξεκινήσουν μια νέα προσπάθεια. Σε περίοδο μάλιστα μεγάλης κρίσης του ιδιωτικού τομέα της οικονομίας και διεθνοποίησης των δραστηριοτήτων πολλών από αυτούς που παλαιότερα ήθελαν να παίξουν κάποιο ρόλο σε εθνικό επίπεδο, η χρηματοδότηση οποιασδήποτε πολιτικής προσπάθειας χωρίς τα μέσα που εξασφαλίζει ο κρατικός προϋπολογισμός είναι μια πάρα πολύ δύσκολη υπόθεση.

Σαμαράς και Βενιζέλος οργάνωσαν ένα προεκλογικό «ριφιφί» σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού, εξασφαλίζοντας για τα κόμματά τους «πυρομαχικά» της τάξης των 30 εκατ. ευρώ. Με ειδική τροπολογία αποδέσμευσαν εαυτούς από την υποχρέωση να εξυπηρετήσουν τις υποχρεώσεις των κομμάτων τους προς τις τράπεζες (το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ οφείλουν ένα ποσό της τάξης των 210 εκατ. ευρώ στην προβληματική ΑΤΕ Βank), τους προμηθευτές του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ, τα ασφαλιστικά ταμεία, τους εργαζόμενους κτλ.

Δεν φτάνει δηλαδή που το σύστημα χρηματοδότησης των κομμάτων είναι άδικο και αντιδημοκρατικό από τη φύση του, οι ηγέτες της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ αξιοποιούν τις ευκαιρίες με έναν πραγματικά ασύδοτο τρόπο και ρίχνουν ακόμα πιο χαμηλά το επίπεδο του πολιτικού μας συστήματος.

Τα δεκάδες εκατομμύρια ευρώ που εξασφάλισαν η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ από τον κρατικό προϋπολογισμό τούς έδωσαν ένα ακόμη πλεονέκτημα έναντι των ανταγωνιστών τους. Με αυτά τα χρήματα «αγόρασαν» ειδικούς διαμορφωτές της κοινής γνώμης, επιρροή στα ΜΜΕ και στο διαδίκτυο, έστησαν δημοσκοπήσεις στην πολιτική κατεύθυνση που επιθυμούσαν και διευκόλυναν την ανάδειξη πολιτικών στελεχών.

Τα ΜΜΕ

Παράγοντας στρέβλωσης του δημοκρατικού μας συστήματος μπορεί να θεωρηθεί και η κατάχρηση ορισμένων ΜΜΕ από τους βασικούς μετόχους τους.

Χαρακτηριστικό το παράδειγμα του MEGA, το οποίο έκανε μια θεαματική στροφή υπέρ της ΝΔ, αφού πρώτα κυριάρχησαν οι συγγενείς βασικών μετόχων του στην εκλογική λίστα της Α΄ Αθηνών της ΝΔ. Με την ίδια ευκολία με την οποία πρόβαλε το πρώτο σε τηλεθέαση κανάλι συγγενείς και πολιτικούς φίλους εξαφάνισε διάφορους «ενοχλητικούς» για τα συμφέροντα του α ή του β βασικού μετόχου.

Παρά τις διαπλεκόμενες αθλιότητες, οι οποίες είναι πολύ πιθανό να προσδιορίσουν κυβερνητικές επιλογές του κ. Σαμαρά και των συνεργατών του (υπάρχει άλλωστε το παρελθόν Καραμανλή, Ρουσόπουλου και Αγγέλου), η λειτουργία των ΜΜΕ δίνει, σε γενικές γραμμές, επικοινωνιακές και πολιτικές ευκαιρίες σε όλους.

Σπάνια υπάρχουν αποκλεισμοί που ισχύουν για όλα τα ισχυρά ΜΜΕ, και όπως απέδειξαν οι περιπτώσεις του ΣΥΡΙΖΑ αλλά και της Χρυσής Αυγής οι αποκλεισμοί ή έστω η άνιση μεταχείριση μπορούν να μετατραπούν σε πολιτικό κεφάλαιο από τους ενδιαφερόμενους εξαιτίας της μεγάλης κρίσης αξιοπιστίας που διέρχονται όλα σχεδόν τα ΜΜΕ.

Αυτοί που έχουν αναπτύξει πολιτική δυναμική και είναι ισχυροί στην κοινωνία δεν έχουν τίποτα να φοβηθούν από τα ΜΜΕ που έχουν δεσπόζουσα θέση στο επικοινωνιακό σύστημα. Τα τελευταία, όμως, μπορούν να διαμορφώσουν συσχετισμούς δυνάμεων, δημιουργώντας προβλήματα σε αυτούς που δεν τα πηγαίνουν και τόσο καλά ή βρίσκονται μεταξύ εκλογικής φθοράς και αφθαρσίας.

Η ισχύς των παραδοσιακών ΜΜΕ και η δυνατότητά τους να αλλοιώσουν τη δημοκρατική διαδικασία περιορίζεται και εξαιτίας της ανάπτυξης των social media. Ο μοντερνισμός όμως δεν οδηγεί πάντα σε ένα σύγχρονο πολιτικό αποτέλεσμα, εφόσον η Χρυσή Αυγή αποδείχτηκε εξαιρετικά ικανή στην αξιοποίηση των νέων μέσων.

Ο διεθνής παράγοντας

Προβλήματα στην εκλογική και γενικότερα στη δημοκρατική διαδικασία προκάλεσε και η παρέμβαση του διεθνούς παράγοντα. Οι Ευρωπαίοι εταίροι και πιστωτές ξεπέρασαν κάθε προηγούμενο στην εκβίαση του εκλογικού σώματος με το «καλό», όπως ο πρόεδρος της Γαλλίας κ. Ολάντ, ή με το «κακό», όπως η καγκελάριος της Γερμανίας κ. Μέρκελ και ο υπουργός Οικονομικών κ. Σόιμπλε.

Το παιχνίδι ήταν εντυπωσιακά στημένο υπέρ του κ. Σαμαρά και του κ. Βενιζέλου, οι οποίοι σε αυτή τη φάση εξυπηρέτησαν τα συμφέροντα συγκεκριμένων ευρωπαϊκών δυνάμεων, γι’ αυτό και τα επιχειρήματα που χρησιμοποιήθηκαν ήταν εξαιρετικά χαμηλής ποιότητας.

Οι ισχυροί της Ε.Ε. προειδοποίησαν τους Έλληνες ψηφοφόρους ότι σε περίπτωση εκλογικής επικράτησης του ΣΥΡΙΖΑ θα κινδύνευαν με αναγκαστική έξοδο από την Ευρωζώνη, δεν είπαν τίποτα όμως για την εξαιρετικά πιθανή περίπτωση εξόδου από την Ευρωζώνη με κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου, εξαιτίας της πρακτικής αδυναμίας τους να ανταποκριθούν στις εξωπραγματικές δεσμεύσεις που έχουν αναλάβει.

Η πολιτική παρέμβαση συμπληρώθηκε από την άσκηση οικονομικού εκβιασμού με τη μορφή της καθυστέρησης της καταβολής μέρους των δόσεων των δανείων που έχουν συμφωνηθεί «μέχρις ότου υπάρξει υπεύθυνη κυβέρνηση», με την ακύρωση τουριστικών κρατήσεων δήθεν για λόγους πολιτικής αστάθειας, με τον τερματισμό της εγγύησης των εξαγωγών προς την Ελλάδα από ειδικούς ασφαλιστικούς οργανισμούς κτλ.

Αυτές είναι μερικές από τις σκοτεινές πλευρές της σύγχρονης ελληνικής δημοκρατίας που αναδείχτηκαν κατά τη διάρκεια των δύο εκλογικών αναμετρήσεων. Μπορούμε πάντως να παρηγορηθούμε, εάν μας ενδιαφέρουν οι διεθνείς συγκρίσεις, γιατί τα ίδια ή και χειρότερα συμβαίνουν σε χώρες με εξελιγμένα δημοκρατικά συστήματα, όπως η Γαλλία και η Μεγάλη Βρετανία.

 

hassapis-peter

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s