Δυστυχώς, γίναμε δυστυχισμένοι!


daoulierisγραφει ο αρισταρχος

Ήταν νέος, λεπτός, ψηλός με νευρικά χέρια και γυρτούς ώμους. Φαινόταν το κατείχε το… άθλημα. Ένα μεγάλο νταούλι κοντά στους πενήντα πόντους και μ’ ένα άσπρο μαντήλι να κρέμεται απ’ τον χορδιστή. Περασμένο στον αριστερό ώμο και γερμένο στ’ αριστερά. Έπεφτε με δύναμη ο κόπανος πάνω στην μεβράνη κι ακολουθούσε η βίτσα απ’ την άλλη να ξεσούρνει τον ίσο στην ίδια τονικότητα με το κλαρίνο και πάνω στο δυνατό μοτίβο  “Ωραία πούναι η νύφη μας”. Γλυκύτατο το κλαρίνο με δυο δυνατά πνευμόνια και μεγάλο πείσμα για την μουσική.

Περνούσε το σόι μπροστά από τη νύφη να σύρει το χορό. Να στριφογυρίσει την χαρτούρα πάνω από το πέπλο της νυφούλας και ύστερα να το πετάξει στου δυο οργανοπαίχτες. Σωστά τα βήματα και ρυθμικός ο χορός αλλά… κάτι λείπει. Κάτι λείπει και, είναι βαριά τα πόδια σοβαρά τα πρόσωπα. Λείπουν οι ψυχές. Καθισμένες πίσω από τα μάτια τους απλά παρακολουθούν, περισσότερο με περιέργεια. Λείπει η συμμετοχή, η μια ψυχή του κόσμου σ’ όλο το χωριό. Λείπει εκείνη η περιρρέουσα μοσχοβολιστή απ’ τα προικιά μυρουδιά και τα κουρασμένα φωτεινά, χαμογελαστά πρόσωπα. Λείπει η δύναμη κι ας ακούγεται ο κόπανος που χτυπά μέχρι το κοντοχωριό.

Ούτε καν μια ρετσίνα “νταουλτζίδικη”, στο πόδι. Μόνο κάτι λίγα κουφέτα να γλυκαίνουν την πίκρα από τους ξεσηκωτικούς ρυθμούς. Εκεί μαζεμένο όλο το χωριό, παρακολουθεί όρθιο με θλιμμένο χαμόγελο τις προσπάθειες για χαρές των γονιών της νύφης. Συνέχεια