Τα σπίτια των Γερμανών (Δε θα τους συνηθίσω ποτέ – μέρος 3ο)


Με όση αντικειμενικότητα διαθέτω (εντάξει είμαι λίγο Πορτοκάλος), θα σας μεταφέρω τις διαφορές και τις ομοιότητες Ελλήνων και Γερμανών, ώστε αν δεν διδαχθούμε κάτι από όλο αυτό, τουλάχιστον να γελάσουμε. Στο κείμενο ενδέχεται να περιέχονται ψήγματα υπερηφάνειας και προκατάληψης σε ελεγχόμενες δόσεις. Καταναλώστε άφοβα. (Άλλωστε, στη Γερμανική τηλεόραση, μας κοροϊδεύουν ολημερίς στα πλαίσια της σάτιρας. Δεκτό με χαμόγελο. Αφού κι η σάτιρα γεννήθηκε στην Ελλάδα!)

Αννυ Λιγνού

 

Αφού λοιπόν μιλήσαμε για τα παιδιά των Γερμανών, και τα ψώνια των Γερμανών, σήμερα θα ασχοληθούμε με τα σπίτια τους. Η Γερμανία είναι μια όμορφη χώρα. Εντάξει, όχι σαν την Ελλάδα (καμμιά δεν είναι σαν την Ελλάδα), αλλά πολύ όμορφη κι αυτή. Έχει βουνά, καταπράσινα φανταστικά δάση με πανύψηλα δέντρα (λίγο ανοικονόμητα γιατί πάνε 30 μέτρα ύψος να βρουν τον ήλιο), ποταμάκια με κύκνους και αγριόπαπιες, λιβάδια με ευτυχισμένες παχιές αγελάδες να βόσκουν αμέριμνα. Μαγεμένα τοπία που περιμένεις από στιγμή σε στιγμή να ξεπηδήσουν ανάμεσα από τα δέντρα ξωτικά, ιππότες ή ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών. Τα χρώματα της φύσης δεν παίζονται, ειδικά το φθινόπωρο. Και τσουπ! Να σου καταμεσής του μαγευτικού τοπίου ένα απαίσιο εργοστάσιο με μια τεράστια τσιμινιέρα που καπνίζει! Μες στη μέση της κατοικημένης περιοχής!!! Απίστευτο κι όμως αληθινό.

Ψάχνοντας λοιπόν για σπίτι, εξετάζεις τις περιοχές στις οποίες θα ήθελες να μείνεις. Υπάρχουν κι εδώ, όπως και σε κάθε πατρίδα τα όμορφα και άσχημα μέρη. Ακόμα και στην ίδια πόλη, υπάρχουν τα καλά και τα κακά μέρη. Υπάρχουν υπέροχα μεσαιωνικά χωριά, διατηρητέα με απίστευτη ομορφιά, παραποτάμιες πόλεις, αλλά και τσιμεντοπεριοχές με πολύ άσχημη αισθητική. Και όλα τα ενδιάμεσα. Οι μεγάλες πόλεις, έχουν τις ομορφιές και τη βολή τους, αλλά σε κάποια σημεία είναι πολύ τσιμεντένιες για τα γούστα σου (κάτι σαν την Αθήνα για να είμαστε ειλικρινείς), οπότε με τον αέρα της επιλογής, την κάνεις για λίγο πιο έξω, στα προάστια, τα οποία είναι είτε μικρά χωριουδάκια σκαρφαλωμένα στα βουνά είτε κωμοπόλεις σπαρμένες γύρω – γύρω.

Εδώ, στα συν είναι ότι οι αποστάσεις δεν παίζουν μεγάλο ρόλο γιατί το οδικό δίκτυο της Γερμανίας είναι άπαιχτο και σε 15 λεπτά έχεις πάει 50 χιλιόμετρα μακριά χωρίς να το καταλάβεις.

Ψάχνεις λοιπόν στα sites τα οποία είναι όμως όλα στα γερμανικά και αρχίζεις και στραβώνεις, γιατί τουλάχιστον μια αγγλική βερσιόν θα μπορούσαν να έχουν, σε μια χώρα που το 11% του πληθυσμού της είναι ξένοι και στην πραγματικότητα το ποσοστό είναι πολύ μεγαλύτερο αν προσθέσει κανείς τους ξένους με γερμανική υπηκοότητα. (Στο θέμα αυτό της υπηκοότητας, έχω πολλά καλά να πω για το γερμανικό σύστημα, γιατί εμείς στην Ελλάδα είμαστε στο Μεσαίωνα απέναντι στους ανθρώπους που έφεραν τη ζωή τους στη χώρα μας και γέννησαν τα παιδιά τους. Αλλά σε άλλο θέμα θα τα πούμε αυτά.)

Ξεπερνάς το εμπόδιο της γλώσσας με χαρωπούς γερμανόφωνους φίλους, οι οποίοι όμως, ως γνήσιοι Έλληνες, δεν περιορίζονται στο ρόλο του μεταφραστή, αλλά βάζουν μέσα στην αναζήτηση το προσωπικό τους γουστάκι και τις ιδέες τους για το που θα έπρεπε να μείνεις, τις οποίες όμως δεν μοιράζονται μαζί σου…

Πως νοικιάζω σπίτι;

Τα πράγματα εδώ είναι λίγο κουφά. Αν θέλεις να νοικιάσεις σπίτι διακοπών, κανένα πρόβλημα, πας, το νοικιάζεις και μένεις κατευθείαν μέσα μια και είναι επιπλωμένα συνήθως και το πληρώνεις με τη βδομάδα. Αλλά κοστίζει κατιτις παραπάνω, αλλιώς θα το έκαναν όλοι. Αν όμως θέλεις να νοικιάσεις σπίτι για να μείνεις μόνιμα, τότε βρίσκεσαι μπροστά στο μέγα παράδοξο:

Πρέπει να αποδείξεις ότι μπορείς να το πληρώνεις, ότι έχεις δηλαδή μόνιμη εργασία (δεν είναι λάθος αυτό φυσικά), αλλά για να προσληφθείς σε δουλειά πρέπει προηγουμένως να έχεις σταθερή διεύθυνση, δηλαδή να έχεις νοικιασμένο σπίτι στο οποίο να είσαι δηλωμένος!!! Ντοινγκ!

Το πράγμα λύνεται με κάποιον τρόπο (που ακόμα δεν κατάλαβα, αλλά μη σε μέλει μη ρωτάς ποτέ κακό μην πάθεις, αφού έχουμε σπίτι) και πηγαίνεις με τον μεσίτη να σου δείξει τα σπίτια που διάλεξες. Να σου δείξει δηλαδή, τρόπος του λέγειν, μια και σου κλείνει ραντεβού με τον ιδιοκτήτη κι αυτός δεν έρχεται! Αμα τα βρείτε, πας και τον πληρώνεις…

Για να νοικιάσεις πρέπει να είσαι ματσωμένος: Τρία (έχω ακούσει για μέχρι και οκτώ!) ενοίκια για εγγύηση συν ένα να τρέχει και δυόμισι νοίκια προμήθεια στον μεσίτη! Βάζεις κατιτίς ακόμα και το αγοράζεις δηλαδή…

Από την άλλη έχουν ένα πολύ καλό σύστημα που το σπίτι στο προσφέρουν «ζεστό». Δηλαδή στο ενοίκιο περιλαμβάνονται τα κοινόχρηστα, τα σκουπίδια, το πετρέλαιο και το νερό! Οπότε, ξενοιάζεις από τη φάση του πετρελαίου! Τώρα αν κάψεις λιγότερο ή περισσότερο (το κάθε δωμάτιο έχει ξεχωριστό θερμοστάτη, πολύ καλό κι αυτό) τότε το συνυπολογίζουν στο τέλος του χρόνου, το επιμερίζουν δια 12 και σου αναπροσαρμόζουν ανεπαίσθητα το νοίκι χωρίς να πάθεις εγκεφαλικό.

Τα κουφά της ενοικίασης

Ετσι μπαίνεις μέσα στο υπέροχό σου σπίτι στο λιβάδι, φροντίζοντας όμως να είναι στον πρώτο, άντε δεύτερο όροφο, γιατί, ασανσέρ δεν παίζει σε πολύ μεγάλο μέρος των οικημάτων, ακόμα και με πέντε ορόφους! Και καλή είναι η σκληραγωγία, αλλά άντε να ανεβοκατεβάζεις τα ψώνια και τα παιδιά σου στο πανέμορφο δώμα σου στον πέμπτο. Δε λέει. Ξέρω ότι θα με πείτε κακιά και όλα τα άλλα που με στολίσατε με τα προηγούμενα άρθρα, αλλά στις παλιές ελληνικές ταινίες του 60 σε όλα τα σπίτια πάνω από 2 ορόφων υπήρχε ασανσέρ και ο Βέγγος ή ο Χατζηχρήστος (καλή τους ώρα) ήταν θυρωροί… Εδώ μιλάμε και για νεόδμητα.

Λοιπόοον, αφού καταλαγιάσει η πρώτη χαρά που είσαι η Χάϊντι των βουνών και των λόγγων, αρχίζεις να εξετάζεις καλύτερα το σπίτι. Σε ένα από τα δωμάτια βλέπεις κάτι πλακάκια κι ένα σιφόνι να προεξέχει από τον τοίχο. Ρωτάς διακριτικά τον ιδιοκτήτη και τότε γίνεται ο εξής σουρεαλιστικός διάλογος:

– Συγνώμη χερ Κνορρ, τι είναι αυτός ο σωλήνας;

– Είναι η παροχή της κουζίνας. Εδώ μπαίνει ο νεροχύτης.

– Και ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ η κουζίνα?

– «Εδώ, σε αυτό το δωμάτιο», σου λέει όλο καμάρι και σου δείχνει τα 18 πλακάκια στον τοίχο… «Αν έχετε αγοράσει κουζίνα και θέλετε, έχω κάποιον πολύ καλό κουζινά να σας την βάλει…»

– Ποια να μας βάλει;

– Την κουζίνα.

– Δεν θα τη βάλετε εσείς; (ο άντρας μου αρχίζει να μού γνέφει να αλλάξω θέμα και παύω…) από τα συμφραζόμενα καταλαβαίνω μέσες άκρες ότι ο προηγούμενος ενοικιαστής έχει ξηλώσει την κουζίνα του (τα πάντα όλα, συσκευές, πάγκους, ντουλάπια, νεροχύτες, βρύσες, απορροφητήρα) και τα πήρε μαζί του! Μη μπορώντας να το πιστέψεις ξαναρωτάς και μαθαίνεις ότι έτσι κάνουν οι Γερμανοί! Παίρνουν μαζί τις κουζίνες και όλες τις ντουλάπες τους! Αμάν! Ούτε ντουλάπες έχει το σπίτι; Αχου ναι. Γιαυτό μου φάνηκε τόσο μεγάλο. Σου έχουν νοικιάσει μόνο τους τοίχους τελικά.

– Είστε όμως πολύ τυχεροί! Το σπίτι είναι πλήρως ανακαινισμένο (?!) και έχει καινούργια ταπετσαρία την οποία μπορείτε να βάψετε σε όποιο χρώμα επιθυμείτε!

– Γιατί να βάψω την καινούργια ταπετσαρία; (Ο ιδιοκτήτης αρχίζει να τα παίρνει και με κοιτάει βλοσυρά…)

– Τη θέλετε άσπρη; Αφήστε την άσπρη!

– Όχι δεν λέω αυτό, αλλά γιατί βάλατε ταπετσαρία και μετά πρέπει να βαφτεί; Δεν μπορώ να βάψω τους τοίχους; (τώρα με κοιτάει άγρια και ο άντρας μου… μα τι κακό είπα; Καλά. Ας το βουλώσω μπας και καταλάβω).

Ο χερ Κνορρ με συνδέει με Κάϊρο και μιλάει με τον άντρα μου. Εγώ γυρνοβολάω στο σπίτι και πάω διακριτικά στο μπάνιο. Ευτυχώς. Η μπανιέρα κι η τουαλέτα είναι εκεί. Εχει και νιπτήρα. Μεγαλεία! Πάλι καλά… επιστρέφω για να ρωτήσω αν θα τα πάρουν ή αν θα τα αφήσουν και..:

– Λοιπόν, αν θέλετε να αγοράσετε το πάτωμα, συνεννοηθείτε με τον προηγούμενο ενοικιαστή, θα σας δώσω το τηλέφωνο…

– ΓΙΑΤΙ ΝΑ ΑΓΟΡΑΣΟΥΜΕ ΤΟ ΠΑΤΩΜΑ; (τι λέει αυτός καλε;)

– Αν δεν το θέλετε Φράου Λίγνου, θα έρθει να το πάρει ο ενοικιαστής, μην ανησυχείτε…

– Τι εννοείτε θα το πάρει;

– Θα το ξηλώσει.

– Και τι έχει από κάτω;

– Τους σωλήνες της ενδοδαπέδιας θέρμανσης…

– Και θα κάτσω να στρώνω πλακάκι;

– Αν θέλετε πλακάκι, βάλτε πλακάκι. Αν επιθυμείτε ξύλο βάλτε ξύλο. Αν θέλετε μοκέτα βάλτε μοκέτα… (μου μιλάει σαν να είμαι 5 χρονών και δεν καταλαβαίνω, αλλά όντως, δεν καταλαβαίνω!)

– Θα το νοικιάσω καλέ μου άνθρωπε το σπίτι, δεν θα το αγοράσω… να ρωτήσω κάτι ακόμα; (πάλι με αγριοκοιτάνε όλοι…)

– Τα παράθυρα θα τα αφήσει;

– Ναι, απαντάει πολύ φυσικά, αλλά θα πάρει το τζάκι. Το έχει βάλει εκείνος. Εκτός κι αν το θέλετε, να σας το πουλήσει…

– Ελα Χριστέ και Παναγιά… να το σκεφτούμε λίγο και να μιλήσουμε; (Ο ιδιοκτήτης πάει στο άλλο δωμάτιο με ευγενική κατανόηση).

– Καλά, θα μπούμε στο σπίτι με τα μωρά και θα πιάσουμε το μυστρί να στρώνουμε πλακάκια και να βάζουμε μοκέτες και να τοποθετούμε την κουζίνα; Τι είναι αυτά;

– Έτσι είναι όλα. Σπάνιο να βρεις σπίτι να τα περιέχει.

– Γιατι;

– Ε που θες να ξέρω; Έτσι κάνουν αυτοί εδώ! Μας αρέσει ή όχι το σπίτι;

– Θα μας αρέσει όταν θα τελειώσει. Από τα μπετά δεν μπορώ να καταλάβω. (Επίκειται εμφύλιος, οπότε λέω να σταματήσω και αποκαρδιωμένη αφήνω τον άντρα μου να κάνει το ντηλ, ο οποίος είναι μες στα νεύρα! Με μένα!) Νοιώθω σαν τον Ξανθόπουλο με το μαντήλι στο κεφάλι και το πηλοφόρι στον ώμο. Κοιτάω από το παράθυρο. Η θέα όμως είναι φανταστική. Γιατί έχουν βάλει τόσο μικρά παράθυρα στο σαλόνι;

– Θα πάρουν και τον κήπο; Ρωτάω. Για κάποιο λόγο νοιώθω διάφορα μαχαιράκια νίντζα να έρχονται καταπάνω μου. Φερμουάρ. Δεν ξαναμιλάω.

Όλα τα σπίτια απέξω, ανεξαιρέτως, ειδικά στις κωμοπόλεις και τα χωριά είναι τζιτζί. Είναι απίστευτα περιποιημένα, καλοβαμμένα με όμορφα χρώματα, στολισμένα με ζωγραφιές από ελαφάκια και ζωάκια και κάθε κήπος είναι ένα ποίημα. Δεν μπορώ να μην παραδεχτώ ότι είναι πολύ μερακλήδες στους κήπους τους. Χρησιμοποιούν καλλωπιστικές πέτρες, συντριβανάκια, αγαλματίδια, αναπαλαιωμένα αντικείμενα, τεχνητές λιμνούλες με βατραχάκια – πρίγκιπες με κορωνίτσες. Παπάκια, πουλάκια, ξύλο. Ένα ποίημα σωστό. Τους βγάζω το καπέλο για το εξωτερικό των σπιτιών τους και για τους κήπους τους.

Από την άλλη ξαναφοράω το καπέλο (γιατί κάνει ψόφο) και παρατηρώ τα παράθυρα των γειτόνων. Είναι όλα στολισμένα με μια αισθητική του’60-’70 μπορεί και πιο πίσω ακόμα. Η εκδίκηση του σεμέν. Όλα έχουν κρεμασμένα σεμεδάκια – κουρτίνες και σχεδόν καλύπτονται από διακοσμητικά μπιμπελό. Πορσελάνινους βοσκούς και βοσκοπούλες, ψεύτικα κι αληθινά λουλούδια… αστεράκια, χάντρες, γκλιν-γκλον, καρδούλες και χρυσόχαρτα. Πως λέμε minimal; Καμμία σχέση.

Το μόνο σπίτι που δεν θα έχει τζάντζαλα να κρέμονται στα παράθυρα είναι το δικό μας. Σχεδόν ουτε καν κουρτίνες για να μπει και καμμια αχτίδα μέσα στο σαλόνι. Πιστεύω πως θα μας περιφρονούν που είναι αστόλιστο αλλά δεν πρόκειται να χαλάσω την απίστευτη θέα για να κρεμάσω τα κεντητά και τα πλεχτά της προίκας μου. (Φυσικά κι έχω κι εγώ σεμεδάκια και κουρτινάκια και μάλιστα πλεχτά με το βελονάκι όχι πλαστικά).

Και τώρα τι βάζουμε μες στο σπίτι?

Μόλις αποκτήσεις μόνιμη διεύθυνση ένας καταιγισμός από έντυπα περίεργης αισθητικής (μπλε ελεκτρίκ με κόκκινο και κίτρινα συννεφάκια) σε κατακλύζει. Είναι οι μπροσούρες των καταστημάτων με τις προσφορές. Δώσε τους έκπτωση(κι ας είναι και μούφα) και πάρε τους την ψυχή. Πες τους ότι κερδίζουν 30% αν πάρουν ΣΗΜΕΡΑ το πολυμίξερ που φτιάχνει τζιτζιμπίρα και θα τρέξουν όοοολοι να το πάρουν. Και μετά, θα αναρωτιούνται τι είναι η τζιτζιμπίρα.

Ρίχνοντας μια ματιά αποφασίζεις να πας μια βόλτα στα επιπλάδικα για να δεις τι παίζει. Και βλέπεις ότι οι Γερμανοί δίνουν πραγματικά μια περιουσία για τα έπιπλά τους. Προτιμούν αυτά με γνήσιο μασίφ ξύλο, είτε σκουρόχρωμο είτε λακαριστό κιτρινωπό σε πολύ κλασσικές γραμμές και τα σχέδια των υφασμάτων σε παραπέμπουν και πάλι στο ’80. Λαχούρια, παράξενα πορτοκαλομπλέ, ρομβάκια και άλλα τέτοια. Και μη φανταστείτε ότι είναι φτηνά. Καθόλου.

Εκεί τρως φλας και σου έρχεται η επιχειρηματική ιδέα Νο 538: Να βρεις αυτή την ξανθιά κοπέλα που ξάπλωνε πάνω στους καναπέδες Miranda και Jenny και Laoura σε εκείνο το συνοικιακό κανάλι και να κάνεις κοννέ να εισάγεις τέτοια στη Γερμανία. Ανάρπαστα θα γίνουν. Και θα πάρουν και την αξία που τους αρμόζει οι Έλληνες επιπλοποιοί.

Υπεμονή

Βρίσκεις έναν συμπαθητικό καναπέ χωρίς κούρμπες και λαχούρια και τον παραγγέλνεις. Σου φαίνεται πανάκριβος και όχι τόσο όμορφος όσο τα ελληνικά έπιπλα, αλλά αφού έχεις γυρίσει όοοολα τα επιπλάδικα κι έχεις ανακαλύψει ότι όοοολα έχουν ακριβώς τα ίδια έπιπλα, παραδίνεσαι, κοιτάς το μπάτζετ σου και παραγγέλνεις.

Πόσο λέτε μπορεί να περιμένει ένας Γερμανός για να έρθει αυτό που έχει παραγγείλει? Δε θα το βρείτε. Με άνεση μέχρι και 6μήνες. Έρχεται στο μαγαζί, βλέπει τον κατάλογο, παραγγέλλει, σπάει τα νεύρα του πωλητή μαθαίνοντας όλες τις ανατριχιαστικές λεπτομέρειες του καναπέ του όπως τι διάμετρο έχουν τα ποδαράκια, πως λέγανε αυτόν που πέρασε την τρέσσα, πόση απόσταση έχουν μεταξύ τους οι ρίγες στα μαξιλαράκια, κι αφού συναρπαστεί από τις πληροφορίες, τις σταθμίσει, τις συγκρίνει και τις κατανοήσει, δίνει προκαταβολή, υπογράφει ΣΥΜΒΟΛΑΙΟ και του ανακοινώνουν ότι ο καναπές του θα έρθει σε 3 μήνες. Για την ακρίβεια του λένε σε 12 βδομάδες.

Ο Έλληνας σε αυτό το σημείο θα είχε βγάλει αφρούς ή θα είχε ψοφήσει στο γέλιο. «Τι με νοιάζει άνθρωπέ μου η πλέξη τού πανιού τού καναπέ πόσους κόμπους έχει… για να κάτσω… ααα, μαλακός είναι. Ωραία, θα τον πάρουμε. Τι άλλα χρώματα έχεις; Ωραία. Φέρε το σοκολατί. Τιιιιιι? Σε 3 μήνες; Ποιος ζει ποιος πεθαίνει ρε χριστιανέ μου… αυτά τα λένε πρώτα. Αμα δεν μπορείτε, να μην ανοίγετε μαγαζιά.» αυτό στην Ελλάδα. Εδώ δεν παίζει.

Όχι όμως και ο Γερμανός. Θα κουνήσει το κεφάλι με κατανόηση, θα πάρει το απόκομμά του και θα πάει τρισευτυχισμένος σπίτι του. Ομολογώ πως αυτή την υπομονή τη ζηλεύω και τη θαυμάζω. Δεν την έχω. Ε και δεν τρελαίνομαι και να την αποκτήσω φυσικά.

Κάτι άλλο που είναι όμορφο είναι ότι αγοράζουν πολλά φρέσκα λουλούδια. Και για τα βάζα και σε γλαστρούλες. Στολίζουν τα μπαλκόνια τους, τα παράθυρα, τα σαλόνια. Είναι πράγματι ωραίο. Από την άλλη, για κάποιο λόγο στολίζουν με τα πλακάκια του μπάνιου του εξωτερικό των σπιτιών τους. Και τα μπάνια τα κάνουν ως επι το πλείστον κάτασπρα, νοσοκομειακά. Γούστα είναι αυτά βέβαια…

Αυτό όμως που δεν μου αρέσει, γιατί δεν ταιριάζει στη δική μας νοοτροπία είναι που αφήνουν όλα τα χοντροπάπουτσά τους έξω από την πόρτα μες στη μούρη του επισκέπτη και όποιου περνά απέξω σαν καλωσόρισμα. Γεγονός είναι ότι ο χειμώνας τους είναι πολύ βαρύς κι έχει λασπουριά από τα χιόνια την οποία δεν θέλουν να μεταφέρουν μέσα. Αλλά και πάλι…

Όταν χωνέψεις την παράνοια του να βάλεις κουζίνες, ντουλάπια, νιπτήρες, πατώματα και να βάψεις τις ταπετσαρίες, μετά εκτιμάς κάποια άλλα πράγματα που είναι αξιοζήλευτα και καλό θα ήταν να τα κάναμε κι εμείς στη Ελλάδα:

Το κάθε σπίτι είναι υπεύθυνο για το πεζοδρόμιό του. Να είναι πάντα συγυρισμένο κι ελεύθερο να περπατήσει ο πεζός και ο ποδηλάτης. Βέβαια, τους σκουπιδοτενεκέδες για κάποιον ανεξήγητο λόγο τους βάζουν φάτσα κάρτα στο σπίτι, ή μπροστά στη θέα στο καλύτερο σημείο, δεν ξέρω γιατί, αλλά οι δρόμοι βρέξει χιονίσει είναι καθαροί και τα πεζοδρόμια δεν οδηγούν ποτέ σε αδιέξοδο. Έχω μια θεωρία για αυτό. Όσο και να χιονίσει οι δρόμοι είναι πάντα καθαροί από τον Δήμο, αλλά και τα πεζοδρόμια τα καθαρίζουν οι ίδιοι οι κάτοικοι με το φτυαράκι τους και τα διατηρούν διαβατά. Εξελεντ.

Σε κάποιο άλλο άρθρο, θα μιλήσουμε για τους δρόμους των Γερμανών, και την οδική τους συμπεριφορά και εκεί δεν θα βρούμε απολύτως τίποτα να αστειευτούμε. Μόνο πράγματα να ζηλέψουμε και να αντιγράψουμε… προς το παρόν, πάω να στρώσω πλακάκι!

Αννυ Λιγνού

e-fungus

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s