Μηχανή του Χρόνου: Όταν η CΙΑ έκανε εμπόριο ναρκωτικών και οι ΗΠΑ πουλούσαν όπλα στους εχθρούς τους στο Ιράν


m0

Οι βρώμικες δουλειές των ΗΠΑ και η «αυτοκτονία» του δημοσιογράφου που αποκάλυψε ένα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα όλων των εποχών. Πώς ο Ρήγκαν προμήθευε με οπλισμό έναν από τους μεγαλύτερους εχθρούς της χώρας, το Ιράν, για να χρηματοδοτήσει μία ξένη στρατιωτική οργάνωση, τους Κόντρας

Στις 3 Νοεμβρίου του 1986, το λιβανέζικο περιοδικό Ash-Shiraa αποκάλυψε ότι οι ΗΠΑ πουλούσαν όπλα στο Ιράν, με αντάλλαγμα υπέρογκα χρηματικά ποσά και την απελευθέρωση Αμερικάνων ομήρων που είχε απαγάγει η Χεζμπολάχ. Με τα χρήματα από τις πωλήσεις, χρηματοδοτούσαν τους Κόντρας, δηλαδή αντιστασιακές ομάδες στη Νικαράγουα, που μάχονταν εναντίον του προέδρου Ντάνιελ Ορτέγκα. Παράλληλα, η CIA κατηγορήθηκε ότι τα χρήματα που έδινε στους Κόντρας προέρχονταν από εμπόριο ναρκωτικών, το οποίο ήλεγχε η ίδια! Η ζωή είχε ξεπεράσει και το πιο αρρωστημένο σενάριο του Χόλιγουντ.

 Η δημοκρατία της Νικαράγουα

Από το 1937 η Νικαράγουα βρισκόταν υπό καθεστώς δικτατορίας με επικεφαλής τον Αναστάσιο Σομόζα. Μετά τον θάνατό του, το 1956, ανέλαβε ο γιος του, Αναστάσιος Σομόζα Β’. Αυτομάτως δημιουργήθηκαν αντάρτικες ομάδες για την ανατροπή του. Τον Σεπτέμβριο του 1978 ξέσπασε η επανάσταση των Σαντινίστας, όπως αποκαλούνταν οι δημοκρατικοί με επικεφαλής τον Ντάνιελ Ορτέγκα. Ο Σομόζο συνελήφθη, εκτελέστηκε και πέντε χρόνια αργότερα, στις 4 Νοεμβρίου του 1984, ο Ορτέγκα εκλέχτηκε Πρόεδρος. Η δημοκρατία είχε επιστρέψει στη χώρα μετά από πέντε δεκαετίες.

Η ανησυχία της Αμερικής

Οι Σαντινίστας και ο Ορτέγκα ήταν αριστεροί και βαθύτατα αντι-αμερικάνοι. Το 1986, με τον Ψυχρό Πόλεμο στην κορύφωσή του, οι ΗΠΑ ανέχονταν το εχθρικό περιβάλλον σε χώρες της Λατινικής Αμερικής. Γι’ αυτό η CIA ανέλαβε να οργανώσει και να χρηματοδοτήσει τους Κόντρας, ομάδες αντιστασιακών που επιδίωκαν την πτώση του Ορτέγκα και την επιστροφή των παραδοσιακών «φιλοαμερικανικών» κυβερνήσεων. Μέχρι το 1984, οι Κόντρας είχαν λάβει περισσότερα από 43 εκατομμύρια δολάρια από τις ΗΠΑ. Όμως, στην Αμερική υπήρξαν ισχυρές διαμαρτυρίες για τα υπέρογκα ποσά που σπαταλούσε η κυβέρνηση για να ενισχύσει ξένες οργανώσεις. Το 1985 ψηφίστηκε η τροπολογία Μπόλαντ, με την οποία απαγορεύτηκε η χρηματοδότηση των Κόντρας με κρατικά κονδύλια. Γι’ αυτό ο Ρήγκαν και οι σύμβουλοί του στράφηκαν αλλού. Στόχος, το Ιράν.

Οι όμηροι, τα όπλα και οι Κόντρας

Στις 20 Ιανουαρίου του 1981, τη μέρα που ο Ρόναλντ Ρήγκαν ανέλαβε την προεδρία των ΗΠΑ, ο ηγέτης του Ιράν, Αγιατολάχ Χομεϊνί, απελευθέρωσε τους Αμερικάνους που κρατούνταν όμηροι στην αμερικάνικη πρεσβεία από το 1979. Ωστόσο, ΗΠΑ και Ιράν παρέμεναν εχθροί. Το 1983, η ισλαμική οργάνωση Χεζμπολάχ απήγαγε 30 δυτικούς, έξι εκ των οποίων ήταν Αμερικάνοι. Με αρχικό στόχο την απελευθέρωση των ομήρων, οι ΗΠΑ κατέληξαν στην εξής συμφωνία: Οι Αμερικάνοι θα πουλούσαν όπλα σε «μετριοπαθείς ομάδες» στο εσωτερικό του Ιράν, οι οποίες με τη σειρά τους ως αντάλλαγμα, θα προσπαθούσαν να πείσουν τη Χεζμπολάχ να απελευθερώσεις τους ομήρους. Η ιδέα ανήκε στον Σύμβουλο Εθνικής Ασφάλειας, Ρόμπερτ Μακφάρλαν, ο οποίος ζήτησε και πήρε την έγκριση του προέδρου Ρήγκαν.

Η συμφωνία έγινε με τη διαμεσολάβηση του Ισραήλ και τη βοήθεια του εμπόρου όπλων, Μανουχέρ Γκορμπανιφάρ. Πράγματι, μετά τις πρώτες δύο μεταφορές οπλισμού, απελευθερώθηκε ένας από τους ομήρους. Η κατάσταση όμως δεν κύλησε ήρεμα, με αποτέλεσμα να παραιτηθεί ο Μακφάρλαν τον Δεκεμβρίο του 1985 και να αντικατασταθεί από τον ναύαρχο Τζον Ποϊντέξτερ. Με την αλλαγή της ηγεσίας, βρήκε την ευκαιρία που έψαχνε ένας από τους βοηθούς του ναυάρχου, ο Όλιβερ Νορθ, για να προτείνει τη δική του ιδέα: τα έσοδα απ’ τις πωλήσεις όπλων μπορούσαν να διατεθούν για τη χρηματοδότηση των Κόντρας. Η πρότασή του ενθουσίασε το Συμβούλιο Ασφαλείας και τέθηκε αμέσως σε εφαρμογή, χωρίς να ειδοποιηθεί ο πρόεδρος Ρήγκαν.

Η αποκάλυψη του σκανδάλου

Η μυστική συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν αποκαλύφθηκε στις 3 Νοεμβρίου του 1986 από το λιβανέζικο περιοδικό Ash-Shiraa. Ο πληροφοριοδότης Μεντί Χασεμί ήταν υψηλόβαθμος αξιωματικός στο Ιράν, εκτελέστηκε ένα χρόνο μετά την αποκάλυψη. Οι κατηγορίες με τις οποίες καταδικάστηκε αφορούσαν εγκλήματα άσχετα με το σκάνδαλο, αλλά όλοι γνώριζαν τον πραγματικό λόγο. Το σκάνδαλο έλαβε τεράστιες διαστάσεις. Ο Ρήγκαν, που είχε δηλώσει επανειλημμένα ότι ποτέ δεν θα συνεργαζόταν με τρομοκράτες, προμήθευε με οπλισμό έναν από τους μεγαλύτερους εχθρούς της χώρας, το Ιράν, για να χρηματοδοτήσει μία ξένη στρατιωτική οργάνωση, τους Κόντρας. Ο πρόεδρος δήλωσε πως στόχος του ήταν η σύσφιξη των σχέσεων των δύο χωρών. Είπε μάλιστα ότι βασική προϋπόθεση των συναλλαγών ήταν η υπόσχεση του Ιράν ότι θα «εναντιωνόταν σε κάθε μορφή τρομοκρατίας».

Οι προσπάθειες του Ρήγκαν δεν έπεισαν κανένα. Η κατάσταση χειροτέρεψε, όταν αποκαλύφθηκε πως ο Όλιβερ Νορθ είχε καταστρέψει έγγραφα του Συμβουλίου Ασφαλείας. Αν και ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι το έκανε για να προστατέψει τα πρόσωπα που συμμετείχαν στις συναλλαγές, ο κόσμος ήταν πεπεισμένος ότι ήθελε να κρύψει ενοχοποιητικά στοιχεία. Τελικά, όταν αποδείχτηκε πέραν πάσης υποψίας ότι οι κατηγορίες ίσχυαν, ο Ρήγκαν απολογήθηκε για ακόμα μία φορά. Ανέλαβε όλες τις ευθύνες, αλλά μόνο αφού τόνισε ότι ο ίδιος δεν είχε ενημερωθεί για τα σχέδια των συνεργατών του. Ο Όλιβερ Νορθ και ο Τζον Ποϊντέξτερ αντιμετώπισαν σωρεία κατηγοριών, αλλά όλες αναιρέθηκαν επειδή το δικαστήριο έκρινε ότι είχαν παραβιαστεί τα δικαιώματά τους κατά την ανακριτική περίοδο.

Οι Κόντρας, τα ναρκωτικά και οι φτωχογειτονιές του Λος Άντζελες

Στις 18 Αυγούστου του 1996, η εφημερίδα San Jose Mercury News δημοσίευσε το πρώτο από μια σειρά άρθρων του δημοσιογράφου Γκάρι Γουέμπ, με τίτλο «Dark Alliance», δηλαδή σκοτεινή συμμαχία.

Ο Γουέμπ ισχυριζόταν ότι η CIA κρυβόταν πίσω από την τεράστια αύξηση των ναρκωτικών που κυκλοφορούσαν στους δρόμους του Λος Άντζελες τη δεκαετία του ’80. Σύμφωνα με την έρευνά του, η CIΑ συνεργαζόταν με εμπόρους ναρκωτικών από τη Λατινική Αμερική, διευκολύνοντας την είσοδο των ουσιών στις ΗΠΑ και παίρνοντας μέρος των εσόδων για να χρηματοδοτήσει τους Κόντρας. Δεν ήταν η πρώτη φορά που ακούστηκαν τέτοιες κατηγορίες. Το 1986 ο έμπορος ναρκωτικών Κάρλος Καμπέθα είχε πει, απολογούμενος, ότι τα κέρδη από τα ναρκωτικά προορίζονταν για τους Κόντρας.

«Ήθελα μόνο να φύγουν οι κομμουνιστές από τη χώρα μου», είχε δηλώσει χαρακτηριστικά. Ένας άλλος έμπορος, ο Χούλι Ζαβάλα, παραδέχτηκε ότι είχε παραδώσει 500 χιλιάδες δολάρια στους Κόντρας. Τα χρήματα προέρχονταν από πωλήσεις που είχε κάνει στις νότιες πολιτείες της Αμερικής. Ακολούθησαν πολλές αντίστοιχες δηλώσεις, που υποχρέωσαν την κυβέρνηση Ρήγκαν να ερευνήσει το θέμα.

Το 1986, συντάχθηκε μία αναφορά που δήλωνε ξεκάθαρα ότι οι Κόντρας είχαν συνεργαστεί με εμπόρους ναρκωτικών. Οι Κόντρας όμως παρουσιάζονταν ως τα θύματα της τροπολογίας Μπόλαντ, που διέκοψε τη χρηματοδότησή τους και γι’ αυτό αναγκάστηκαν να στραφούν στο εμπόριο ναρκωτικών. Ασφαλώς, πουθενά δεν αναφερόταν αν συμμετείχαν και οι ΗΠΑ στις συναλλαγές. Το 1989, ύστερα από έρευνες της επιτροπής που κατηύθυνε ο γερουσιαστής Τζον Κέρι, αποδείχτηκε ότι οι ΗΠΑ είχαν δώσει χρήματα σε ανθρώπους που είχε καταδικαστεί στο παρελθόν για εμπόριο ναρκωτικών, με σκοπό να μεταφέρουν ανθρωπιστική βοήθεια στους Κόντρας.

Η «αυτοκτονία» του δημοσιογράφου

Μετά το άρθρο του Γουέμπ το 1997, ξεκίνησε εκ νέου έρευνα στη CIA, τα αποτελέσματα της οποίας δημοσιεύθηκαν σχεδόν δύο χρόνια αργότερα. Σύμφωνα με την αναφορά, δεν υπήρχαν στοιχεία που αποδείκνυαν ότι η CIA σχεδίαζε την εισαγωγή ναρκωτικών στη χώρα. Παρ’ όλα αυτά, συνέχιζε, οι πράκτορες πολλές φορές έρχονταν σε επαφή με εγκληματικά στοιχεία για να πετύχουν το τελικό τους στόχο. Υπήρχε βέβαια μία παράγραφος που ανέφερε ότι η CIA γνώριζε πού και πότε γίνονταν κάποιες συναλλαγές και δεν έκανε τίποτα για να τις σταματήσει.

Αν και οι αναφορές «αθώωσαν» ουσιαστικά τη CIA, ο Γουέμπ δεν πείστηκε. Συνέχισε να υποστηρίζει τη θεωρία του, παρά τις συνεχείς επιθέσεις των αμερικάνικων ΜΜΕ, που τον κατηγόρησαν για παραποίηση στοιχείων. Ο ρεπόρτερ Γουέμπ έχασε τη δουλειά του και δεν κατάφερε να εργαστεί σε μεγάλο έντυπο ως δημοσιογράφος. Το 2004 βρέθηκε νεκρός στο σπίτι του. Ο θάνατός του χαρακτηρίστηκε ως αυτοκτονία.

«Oι δολοπλοκίες στα άδυτα των μυστικών υπηρεσιών έχουν εμπνεύσει πολλά σενάρια κινηματογραφικων ταινιών. Ένα  από τα πιο πρωτότυπα όμως, είναι και η εμπλοκή ιδιωτικών εταιρειών, που χρηματοδοτούν ακόμη και εχθρούς της Αμερικής. Στην τηλεοπτική σειρά «Odyssey», η λοχίας Οντέλ Μπαλάρντ (την υποδύεται η Anna Friel) ανακαλύπτει στοιχεία που αποδεικνύουν ότι μια μεγάλη εταιρεία των ΗΠΑ χρηματοδοτεί ομάδα τζιχαντιστών, που προσπάθησε να δολοφονήσει την ομάδα της. Παρόμοια στοιχεία έχει και ένας πρώην εισαγγελέας που εργάζεται πλέον στην εταιρεία. Μπορείτε να παρακολουθήσετε τη σειρά «Odyssey» και τις προσπάθειες της Μπαλάρντ να επιστρέψει στην Αμερική και να αποκαλύψει τη συνομωσία, αποκλειστικά κάθε Τετάρτη στις 22.00 στο OTE CINEMA 1HD«.

πηγή

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s