Αιώρα… by Lit Maiden


Αιώρα... by Lit Maiden

Το ζεστό αεράκι χόρευε τα κρεμόμενα σμαραγδένια μαλλιά της ιτιάς καθώς άγγιζαν τα κύματα της λίμνης. Γαλήνη. Ουρανός. Χρυσός έπεφτε ο ήλιος πάνω στον υγρό καθρέφτη, αλλά ο δικός του καθρέφτης ήταν θολός. Ξάπλωνε αναπαυτικά στην αγκαλιά της αιώρας που απαλά έτριζε με την ανάσα του ανέμου και άκουγε την μελωδία που ερχόταν απ’το σπίτι του μέσα. Ανατρίχιασε στο άκουσμα της και αναρωτιόταν πως ένα τραγούδι μπορούσε να σε προκαλέσει ρίγος.

Τι είναι η ζωή; Ένα όνειρο λένε πολλοί. Γι’αυτόν όμως ήταν ένας παρατεταμένος αναστεναγμός. Τι έβλεπε στον καθρέφτη του τώρα; Κούραση, μαύρους κύκλους κάτω από στεναχωρημένο βλέμμα. Δεν ήταν έτσι όμως πάντα. Παλιά ήταν όνειρο. Παλιά ήταν καλοκαίρι, κόκκινα μάγουλα, καρδιοχτύπι στις άκρες των δακτύλων.

Η μελωδία τον γέμιζε με κάτι που δεν μπορούσε να προσδιορίσει και αυτό τον ανησυχούσε. Η γερασμένες γραμμές στο μέτωπο του βάθαιναν με κάθε νότα που έφτανε στ’αυτιά του. Θα τον άγγιζε κάτι βαθιά μέσα του ξανά σαν αυτές τις νότες; Θα αισθανόταν την σιγουριά, την ηρεμία όπως παλιά; Είχε ζήσει και αυτό τον αποχαιρετούσε σιγά σιγά. Η αναμνήσεις αφόρητα γλυκόπικρες, και οι εικόνες τους άλλαζαν όσο πιό μακριά του έφευγαν.

Τι είχε που τον κρατούσε εδώ; Την είχε χάσει την ψυχή του πριν καιρό. Τώρα την έβλεπε μόνο σε μια ταφόπλακα, και την ομόρφυνε με άσπρους κρίνους που της πήγαινε κάθε μέρα. Ήταν τα πάντα για αυτόν. Η σκιά μέσα στο κενό που ήταν η ξεριζωμένη του καρδιά γέμιζε με το τραγούδι που επίμονα του μιλούσε απ’το σαλόνι του μέσα.

Έχεις καρδιά, του έλεγε. Είσαι ολόκληρος και όχι διαμελισμένος, ξεπεσμένος. Η ηλικία αλλάζει, η φλόγα μέσα σου όχι, επέμενε το ρεφρέν.

Αβάσταχτα ήταν τα πράγματα κάποιες μέρες όπως την σημερινή. Όλα έξω ρόδινα, όλα μέσα μαύρα. Το χαμόγελο πλατύ και ο πόνος να πηγάζει απ’τα σπλάχνα. Πότε θα ένιωθε ξανά αυτή τη σταθερή, ακλόνητη φωνή του βιολοντσέλου να κυριεύει το σώμα του, την απελευθερωτική προσευχή τον άλλων εγχόρδων να του ψιθυρίζουν ότι ζει γιατί αισθάνεται ακόμα;

Αμείλικτα έφτανε το τραγούδι στο τέλος του – εμβατήριο ηρωισμού – και αυτός σαν μουδιασμένος αιχμάλωτος ανήμπορος να αντιδράσει στον καταστροφικό χτύπο του ωρολογίου. Κυλούσε το κάθε αιματηρό λεπτό από τις φλέβες του μέσα σε αόρατη τεφροδόχο που δεν θα υμνούσε κανείς μέσα απο ποιήματα.

Τελείωσε η μελωδία, τελείωσε και η μέρα. Το βράδυ θα ήταν μεγάλο και ψυχρό. Έκλεισε τα μάτια του να ξαποστάσει.


Creative Commons License
This work by https://mysatelite.wordpress.com/ is licensed under a Creative Commons Attribution-NoDerivs 3.0 Unported License.