Δεξιά και Αριστερά και Κεντρώοι και Εξτρεμιστές ….. και παντού νεκροί και θύματα — Ελλαδίτσα μας, πότε θα βάλεις μυαλό;


γράφει η Εκάβη

Δεν θα σας απασχολήσω πολύ. Διαβασά 2 κείμενα και πάλι με έπιασε το παράπονο. Πάλι η ίδια ιστορία με τους μεν και τους δε. Όχι έτσι έγινε, όχι ψέμματα λένε, ο τάδε έιναι τέτοιος άρα αυτά που είπε είναι κάπως, κ.ο.κ. …. Ο καθένας τον χαβά του και η δημιουργία εντυπώσεων πάει σύννεφο. Εν τω μεταξύ, ο νεκρός ξεχάστηκε — o πραγματικός νεκρός. Όχι, δεν έχει ονοματεπώνυμο ούτε αστυνομική ταυτότητα. Και όχι, δεν θα σας πω ποιος είναι ο νεκρός. Καιρός είναι να σκεφτείτε και σεις λίγο απο μόνοι σας αντί να τα περιμένετε έτοιμα στο πιάτο.

Το κακό με μας είναι πως δεν μπορούμε να παραδεχθούμε κάποια πράγματα στον εαυτό μας ενώ ξέρουμε ποιο είναι το σωστό. Δεν θέλουμε να δούμε την ουσία των πραγμάτων γιατί δεν μας συμφέρει, γιατί «δεν πάει» με αυτό που υποστηρίζουμε. Στην πραγματικότητα, δεν καταλαβαίνουμε καλά καλά τι υποστηρίζουμε, μέχρι ποιο σημείο πρέπει να τραβήξουμε μια γραμμή όταν αυτό που θεωρούμε σωστό ξεπεράσει τα όρια που εμείς θέσαμε στον εαυτό μας.

Πιθανότατα το πρόβλημα είναι πως δεν καθίσαμε ποτέ να θέσουμε όρια ως προς το τι είναι επιτρεπτό, τι είναι επιτρεπτό σε μας ως άνθρωποι, ψυχές με σύνεση δηλαδή. Μάζι με την απλή λογική και την ανθρωπιά, έφυγε σκόπιμα απο μέσα μας και η στοιχειώδης καλοσύνη απ’ότι φαίνεται.

Σε όσους ψάχνουν να αυξίσουν ποσοστά, να πιάσουν μια καλή καρέκλα, να μας υποτάξουν σε άλλη μια αδιάλλακτη ιδεολογία πατώντας επι των πτωμάτων της Ηθικής, του Σεβασμού και της Ανθρωπιάς, σας εύχομαι καλή επιτυχία στη συνέχεια. Θα την χρειαστείτε όταν οι λίγοι λογικοί γίνουν πολλοί σ’αυτή τη χώρα.

Όσο για σένα, ακόμα ψάχνεις για τον νεκρό; Δεν πειράζει αν δεν τον βρήκες. Ούτως ή άλλως, ο καθένας μας ανακαλύπτει διαφορετικό νεκρό. Σαν εναλλακτική, ωστόσο, ο καθρέφτης δεν σου κάνει;

Εκάβη

Συνέχεια

Advertisements

Η ομολογία ενός πρώην Τροτσκιστή: Γιατί θέλαμε πάντα περισσότερους μετανάστες


Ο Peter Hitchens πρώην οπαδός της ριζοσπαστικής αριστεράς, μέλος των Τροτσκιστικών σοσιαλιστών από το 1969 έως το 1975, σήμερα γνωστός δημοσιογράφος, έχοντας μετανιώσει για το παρελθόν του, γράφει στην Mail on Sunday την ομολογία του και ταυτόχρονα καταγγέλλει:

«Πως εγώ είμαι εν μέρει υπεύθυνος για την μαζική μετανάστευση.»

Όταν ήμουν ένας μαρξιστής επαναστάτης, είμασταν όλοι υπέρ της όσο δυνατόν μεγαλύτερης μετανάστευσης. Όχι γιατί μας άρεσαν οι μετανάστες, αλλά γιατί δεν μας άρεσε πως ήταν η Βρετανική κοινωνία. Είδαμε τους μετανάστες -από οποιοδήποτε μέρος- ως συμμάχους ενάντια στην συντηρητική κοινωνία που ήταν ακόμη η χώρα μας στα τέλη της δεκαετίας του ’60. Θέλαμε να τους χρησιμοποιήσουμε σαν λοστό. Επίσης, μας άρεσε να αισθανόμαστε »ανώτεροι» από τους κοινούς ανθρώπους – συνήθως των πιο φτωχών ζωνών της Μ. Βρετανίας- που είδαν τις συνοικίες τους να μεταμορφώνονται ξαφνικά σε δήθεν »σφύζουσες κοινότητες». Εάν είχαν το κουράγιο να εκφράσουν τις πιο ήπιες αντιρρήσεις, αμέσως τους κατηγορούσαμε για »ρατσισμό». Ήταν εύκολο.

Εμείς οι επαναστάτες φοιτητές, δεν ζούσαμε σε τέτοιες πολυεθνικές περιοχές, αλλά προερχόμαστε, από όσο μπόρεσα να δω, ως επί το πλείστον από τις πλούσιες ζώνες και τα πιο όμορφα μέρη του Συνέχεια

ΕΧΕ ΤΟ ΝΟΥ ΣΟΥ ΣΤΟ ΠΑΙΔΙ


Της Λίλα Μήτσουρα

Δεν γουστάρω τις πολιτικές αναλύσεις. Δεν γουστάρω τις περισπούδαστες λέξεις για να περιγράψουν τον θάνατο. Ως μάνα θέλω να μιλήσω με λόγια απλά και απόλυτα κατανοητά από όλους. Τις σκέψεις μου θέλω να καταθέσω, για τον θάνατο δύο παιδιών. ΠΑΙΔΙΩΝ ΡΕ!!!!!

Να μπω στη θέση των μανάδων αυτών, που φώναζαν στην εξώπορτα «ζακέτα να πάρεις» για να ακούσουν τελευταία φορά το γέλιο των παιδιών τους και το «αμάν ρε μάνα». Σαν η ψύχρα να ήταν το χειρότερο που θα μπορούσε να τους συμβεί. Αλλά δεν ήταν.

Δεν μου καίγεται καρφί σε ποιο πολιτικό χώρο ανήκαν. Δεν με ενδιαφέρει. Το μυαλό μου φέρνει εικόνες ματωμένων νιάτων στο δρόμο. Και είναι το μόνο που με νοιάζει. Τα νιάτα σκορπισμένα και ματωμένα στην άσφαλτο, όχι τι πίστευαν πολιτικά.

Οργή??? Όχι δεν νιώθω οργή. Λύσσα έχω. Μίσος για αυτούς που νομίζουν ότι μεγαλώνουμε τα παιδιά μας για να γίνουν τυράκι στην φάκα που μας στήνουν. Που πιστεύουν όλα πρέπει να θυσιάζονται στο βωμό των προσωπικών τους επιδιώξεων, όποιες και αν είναι αυτές. Μόνο που το όλα, ΡΕ, αναφέρεται σε ανθρώπους.

Ποιος τους έχρισε θεούς για να αποφασίζουν ποιος θα ζήσει και ποιος θα πεθάνει? Ποιος τους έδωσε το δικαίωμα να σκοτώνουν τα παιδιά μας? ΕΜΕΙΣ!!!! Παρακράτος ή ξεκαθάρισμα λογαριασμών? Τρομοκρατία? Και επιβάλλονται με το Συνέχεια

Ε και τι έγινε; Δυο «φασίστες» σκοτώθηκαν… Δεν ήταν «παλικάρια»!


Του Γιώργου Καρακίτσου (geo.kara@hotmail.com)

 

Τρόμαξα, πραγματικά τρόμαξα, με τον τρόπο που αντιμετώπισε η κοινωνία, τα ΜΜΕ, και όλος ο πολιτικός κόσμος τον θάνατο δυο νέων ανθρώπων. Διαβάζοντας την ανακοίνωση Δένδια μετά τον θάνατο του Φύσσα, κατάλαβα ότι πάνω – κάτω καταδικάζει την βία και τον ναζισμό. Επίσης, πρέπει να τονίσω ότι η ανακοίνωση ήταν 3 σελίδες.

 

Διαβάζω την ανακοίνωση Δένδια χθες, μετά τον θάνατο δυο νέων ανθρώπων. Η ανακοίνωση ήταν κάτι παραπάνω από μια σειρά. Και για να μην νομίζετε ότι είμαι υπερβολικός, ο Ν. Δένδιας δήλωσε:  Συνέχεια

Τι κρύβεται πίσω από το δολοφονικό χτύπημα


nekroiIrakleio_news1_b2Και οι πολιτικά αδαείς αντιλαμβάνονται πλέον ότι οι νέες δολοφονίες, αυτή τη φορά εναντίον μελών της Χρυσής Αυγής, αποτελούν προβοκατόρικα επεισόδια, σκηνοθετημένα από τις μυστικές υπηρεσίες για να μας οδηγήσουν σε συνθήκες «ΕΚΤΑΚΤΗΣ ΑΝΑΓΚΗΣ», στην άβυσσο των ανοικτών πολιτικών ανωμαλιών και φυσικά στη συκοφάντηση, ποινικοποίηση και δίωξη των αγωνιστικών αντιστάσεων: Το «άλλο άκρο»!!!

Από την ψυχρή δολοφονία του Φύσσα είχαμε επισημάνει ότι το παιχνίδι των δολοφονικών προβοκατσιών αρχίζει να χοντραίνει…

Υπογραμμίζαμε ιδιαίτερα τούτο:

«ΕΔΩ βρισκόμαστε μπροστά σε ένα αιματηρό τρομοκρατικό παιχνίδι, διαρκώς κλιμακούμενο, παιχνίδι ΑΝΟΙΚΤΩΝ πολιτικών ανωμαλιών, παιχνίδι για να μπουν στο γύψο οι εκρηκτικές κινηματικές διαδικασίες που και αυτές κλιμακώνονται, παιχνίδι με άμεσο στόχο το «κλείδωμα» ή το καναλιζάρισμα της λαϊκής ΟΡΓΗΣ. ΚΑΙ η «αριστερά» πρωτοστατεί σ’ αυτό το παιχνίδι, το επικεντρώνει στο «φασιστικό κίνδυνο» των δολοφονικών συμμοριών του Συνέχεια

Aνοιχτή επιστολή στον Αλέξη Τσίπρα


Αγαπητέ Αλέξη,

μια από τις αγαπημένες μου ασχολίες παιδιόθεν, ήταν να «παρακολουθώ» ταλέντα που αναδύονταν σε διάφορους χώρους που με ενδιέφεραν, στην πολιτική, στον αθλητισμό, στη μουσική, στοιχηματίζοντας με τον εαυτό μου πόσο ψηλά θα πάνε.
Γνώριζα ότι η τέχνη «εξαλείφει» την προσπάθεια, έτσι, πολλά ταλέντα χάθηκαν σε βάθος χρόνου, όταν η δύναμη της θέλησης δεν επαρκούσε για να τα σπρώξει ψηλότερα.

Στην προεκλογική σου καμπάνια για το Δήμο της Αθήνας το 2005 σε πρόσεξα λοιπόν, παρά το γεγονός ότι ο Μιχάλης Παπαγιαννάκης, η άλλη ενδοκομματική πρόταση για την υποψηφιότητα, παρέμενε η πιο φωτισμένη αριστερή φωνή που είχα την τιμή να γνωρίσω και προσωπικά.

Η πείρα σου από τα μαθητικά αγωνιστικά χρόνια, το γκελ σου στους νέους ανθρώπους, η καλή ομιλία σου, σε έφεραν εκεί που πίστευα, όταν οι παλιοί αποφάσισαν να παραμερίσουν μπροστά στο δυνατό σου χαμόγελο.
Ξέρεις, αυτό είναι ένα άλμα για την Αριστερά.

Ο παλαιοκομματικός δογματισμός, η αέναη διαβούλευση, η αιώνια κόντρα ανανεωτικών-συντηρητικών, πολύ συχνά απέτρεπε τις νεωτεριστικές ιδέες να προβληθούν.
Να, κάπως έτσι » πνίγηκε» ο Μπογιόπουλος στο ΚΚΕ και απολαμβάνουμε Κουτσούμπα.

Τα κατάφερες όμως, εκεί που το κύμα της χρεοκοπίας σάρωσε τους ανύποπτους Έλληνες, εκεί που η επίπλαστη ευδαιμονία αντικαταστάθηκε από τα τηλεφωνήματα των εισπρακτικών εταιρειών και αγράμματοι δημοσιογράφοι ψάχνουν κατά πόσο το χρέος μας είναι βιώσιμο.
Εκεί αναδείχθηκες και ανέδειξες αυτό το μικρό αγχωτικό -θα μπει, δεν θα μπει στη Βουλή- κόμμα της Αριστεράς, στην εν δυνάμει κυβερνητική πλειοψηφία του αύριο.

Τώρα αρχίζουν τα δύσκολα λοιπόν, Αλέξη.

Η φενάκη της ρομαντικής πολιτικής πρέπει να αντικατασταθεί με προτάσεις αρμόζουσες στις ανάγκες των ανθρώπων μέσα στον σκληρό καπιταλισμό, που δείχνει να αποφεύγει -μα πάντα όμως- την αυτοκτονία του.
Πρέπει να πεις ότι ο λαός δεν είναι άμοιρος των επιλογών μιας χώρας, γιατί έχει δούναι και λαβείν με τους εκάστοτε κυβερνώντες, πρέπει να πείσεις ότι νόμος δεν είναι πάντα το δίκιο του εργάτη, γιατί τα αιτήματα του, συχνά δεν είναι δίκαια.

Εκτινάχτηκες και εκτίναξες τα ποσοστά του κόμματός σου σε επίπεδα ζάλης, σαν την καλλίφωνη τραγουδίστρια, που από τη μικρή επαρχιακή πόλη, της μέλλει να τραγουδήσει αίφνης στο απαιτητικό και μεγάλο κοινό της πρωτεύουσας.

Αισθάνεσαι αμήχανα όταν η antifa ρητορική σου παύει να έχει αντικείμενο, όταν η ίδια η Δεξιά εξαρθρώνει το ναζιστικό μόρφωμα.
Δυσκολεύεσαι να εκφράσεις τη χαρά σου όταν αυτό το οποίο πολεμούσες χαροπαλεύει, απλά επειδή ο αντίπαλός σου έριξε το δόρυ επάνω του.
Βασίζεσαι σε ένα σάπιο συνδικαλιστικό κίνημα, για να οδηγήσει το Σεπτέμβρη στη μεγάλη αντεπίθεση κατά της κυβέρνησης με σκοπό την εξόντωσή της.

Αντιτίθεσαι σε ό,τι θεωρείς «μνημονιακό» αντιγράφοντας τις μπουρδολογίες του ΓΑΠ, που θα έπαιρνε τα λιμάνια πίσω από τους Κινέζους και τον ΟΤΕ από τους Γερμανούς.
Υποκινείς τη στάση των πανεπιστημιακών που αντιδρούν σε μέτρα που έπρεπε να είχαμε πάρει από καιρό, στην αξιολόγηση, στον ισολογισμό, στα συγκεκριμένα κονδύλια για την έρευνα, που συχνά χάνονταν μετασχηματιζόμενα σε Porsche από «αγωνιστές» καθηγητές της Παντείου.

Αναλώνεσαι συχνά σε επικοινωνιακά κόλπα, ίδια με αυτούς που κατηγορείς -τους κυβερνώντες- επενδύοντας στη μεγάλη μάζα ανθρώπων που ελπίζουν σε σένα και που κατατρεγμένοι ήλθαν στο λιμάνι σου, μετατρέποντας το πάλαι ποτέ πανίσχυρο ΠΑΣΟΚ στην Ένωση Κεντρου του σήμερα.

Χαϊδεύεις συνδικαλιστές τσαμπουκάδες υπόδικους, υπόσχεσαι ανεδαφικές ρήξεις με το διεθνές και εγχώριο Συνέχεια

Παγκοσμιοποίηση και το δίπολο Αριστερά-Δεξιά


ΤΑΚΗΣ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΣ

Ένα νέο πολιτικό φαινόμενο που χαρακτηρίζει την Νέα Διεθνή Τάξη (ΝΔΤ) της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης και της κοινοβουλευτικής Χούντας, στην οποία αναφέρθηκα στο προηγούμενο άρθρο, είναι η ουσιαστική κατάργηση του παλαιού πολιτικού δίπολου που καθιέρωσε και τυπικά η Γαλλική επανάσταση μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς.

Του δίπολου, δηλαδή, όπου στην μεν Δεξιά ανήκαν όλες εκείνες οι πολιτικές δυνάμεις που υποστήριζαν την συνέχιση και αναπαραγωγή του ‘κατεστημένου’, είτε αυτό ήταν κάποτε η μοναρχία, είτε κατόπιν η αστική κοινοβουλευτική «δημοκρατία» και η καπιταλιστική οικονομία της Συνέχεια