Ηλί Ηλί Λαμά Σαβαχθανί … by Lit Maiden


Μεγάλη Πέμπτη. Ο παπάς μόλις είχε πει το <<Δι’ευχών>> και γω πήγα να καθίσω λίγο πριν κατέβω απ’τον γυναικωνίτη να προσκυνήσω. Τα πόδια μου πονούσαν μετά από δυόμισι ώρες ορθοστασίας. Ναι, είχα χάσει την πρώτη ώρα της λειτουργίας και αισθανόμουν ήδη ενοχές που δεν έκανα αυτό τον μικρό κόπο ενώ ο Θεάνθρωπος είχε υποστεί τόσα, έστω και για μένα. Ευτυχώς αξιώθηκα να προλάβω το πέμπτο Eυαγγέλιο και να ακούσω το <<Σήμερον κρεμάται επί ξύλου>>, να νιώσω τα δάκρυα μου να βράζουν στα μάτια, να σφίγγει η καρδιά μου με κάθε χτύπο που ηχούσε καθώς κάρφωναν τον Εσταυρωμένο. Κάθε φορά, κάθε φορά με πνίγει αυτή η αδικία, όταν βλέπω να κάνουν κακό σε αθώο.

Τα πόδια μου με υπενθύμισαν πως πρέπει να ρίξω και μια ματιά κάτω να δω που ήταν η ουρά.  Αριστερά μου στέκονταν στηριζόμενες πάνω στο μάρμαρο περβάζι του τοίχου δυο κλασικές μανταμίτσες με το φρεσκοχτενισμένο μαλλί κομμωτηρίου που μετά από λίγο είδαν και γνωστή κάτω και δεν δίστασαν να τη φωνάξουν από κει που ήταν και ας ακούσει όλο το εκκλησίασμα. Δεξιά πίσω μου τέσσερις κοπελίτσες, δεκατεσσάρων τις έκανα, με τα σταράκια τους, τα κολλητά τζιν, το υφάκι, να χαχανίζουνε.

Το βλέμμα μου στράφηκε προς τα κάτω και είδε άλλες τρεις φιλεναδίτσες, με πράσινο φιογκάκι σε στιλ emo στα μαλλιά και lip gloss με παρκετίνη μέσα αλλιώς δεν εξηγούνταν τόση γυαλάδα. Μα που νόμιζαν πως ήρθαν όλες; Σε bal masqué ή χορό τελειόφοιτων;

Ηλί Ηλί Λαμά Σαβαχθανί. Θεέ μου γιατί με εγκατέλειψες;
Συνέχεια