Κάτω από την κληματαριά της πατρίδας


γραφει ο αρισταρχος

Μια φορά και κάποιον καιρό βρέθηκα σε μια πόλη, πύλη εισόδου σε μια χώρα απ’ αυτές που είχαν οι Ρωμαίοι για την είσπραξη των φόρων. Μεσοκαλόκαιρο με αφόρητη ζέστη.

Ένας καφενές και μια κληματαριά απ’ έξω να δροσίζει κάθε θερμόπληκτο που δεν πήγαινε στην θάλασσα. Είχε σύνορα και με την θάλασσα και με το βουνό. Και με τον Βούδα και με τον Αλλάχ, που λένε. Κάτω από την κληματαριά πέντε άνθρωποι πίνουν και συζητάν, κι εγώ …, τι θέλει η αλεπού στο παζάρι.

-Καλησπέρα αφεντάδες. Είπα και χαμογέλασα.

Άλλος είπε γειά σου, άλλος καλησπέρα , άλλος κάτι ακατάληπτο κι ο τελευταίος τίποτα. Οι τρεις με κοιτάζαν ίσια και οι υπόλοιποι με γερμένο το κεφάλι και τα μάτια ανασηκωμένα. Τουρκοκρατικό κατάλοιπο μιας καταραμένης εποχής.

-Να μπω στην παρέα σας να πιω κάτι γιατί στέγνωσα;

Και μπήκα. Καταδεκτικοί οι άνθρωποι και ξύπνιοι. Με το που κάθισα άρχισε το ξεψάχνισμα. Ούτε ο καφετζής έφευγε να μου φέρει την παραγγελιά. Αυτιά τεντωμένα να ακούσουν ποιος είμαι από πού έρχομαι, που πηγαίνω, τι δουλειά κάνω και πόσα παίρνω. Κι άλλα πολλά μέχρι να ανοιχτούν και ν’ αρχίσουν να μιλούν σαν να μην ήμουν εκεί, ή τουλάχιστον σαν νάμουν δικός τους. Συνέχεια