ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Κύριο Χρήστο Σταϊκούρα, ενταύθα


E-Ξ-Α-Ι-Ρ-Ε-Τ-Ι-Κ-Ο  

Σφάζει με το βαμβάκι κάποιους ανεκδιήγητους τενεκέδες

Της ΑΡΤΕΜΙΔΟΣ ΚΑΠΟΥΛΑ

Αγαπημένε μου Χρήστο,

Συγχώρεσέ μου την οικειότητα, δεν γνωριζόμαστε δια ζώσης. Η σχέση μας είναι μονόπλευρη μιας και ποτέ δεν αξιώθηκα να σε γνωρίσω από κοντά. Κοιτάζω τη φωτογραφία σου, μήνες τώρα. Αυτή η ροζ γραβάτα σου, κόμπος στο λαιμό μου και με πνίγει.  

Η σχέση μας ξεκίνησε 10 μήνες πριν, όταν ο μπαμπάς αποφάσισε να αφήσει τον μάταιο τούτο κόσμο και εγώ ως ευσυνείδητος πολίτης αποφάσισα να κάνω όλες τις απαραίτητες διαδικασίες για να σε ενημερώσω. Όχι εσένα προσωπικά, ούτε που ήξερα το όνομά σου για να είμαι ειλικρινής, το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους το οποίο διευθύνεις. Βλέπεις ο μπαμπάς ως αγροφύλακας σε μια προηγούμενη ζωή -τότε που υπήρχαν ακόμα αγροί για να τους περπατήσει- ήταν συνταξιούχος του Δημοσίου. Ξεχύθηκα λοιπόν σε εφορίες, δημαρχεία, ληξιαρχεία, ΚΕΠ για το γνήσιο της υπογραφής και μια ωραία ημέρα του Ιούλη σου έφτιαξα έναν ωραιότατο φάκελο με δεκάδες χαρτιά. Στον έστειλα, τον παρέλαβες και με ενημέρωσες ότι έχεις όλα τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για τη μεταβίβαση της σύνταξης στη μητέρα που, παρά τη μη υπάρχουσα κοινωνική πολιτική και τις αντίξοες συνθήκες, κατά ένα περίεργο τρόπο, επιμένει να είναι ζωντανή.

Έκτοτε η σχέση μας διεκόπη μαχαίρι. Το πήρα προσωπικά, λέω δεν μπορεί, κάπου έφταιξα. Μπήκα στη Συνέχεια

»Ο μπαμπάς μου αυτοκτόνησε»- ένα άρθρο γροθιά στο στομάχι της κοινωνίας μας.


Η δασκάλα μας σήμερα, μας ρώτησε πως περάσαμε το καλοκαίρι και όλα τα παιδιά είχαν να της πουν πολύ ωραία πράγματα από τα μέρη που πήγανε διακοπές εφέτος, εκτός από κάνα δυο, που οι γονείς τους δεν είχαν λεφτά και δεν πήγαν διακοπές αλλά μείναν  εδώ και πήγαιναν  για μπάνιο με τα πούλμαν του Χαλουλού, με τα οποία πηγαίνει και η γιαγιά μου, όχι για να κάνει μπάνιο αλλά για να κάνει  αμμόλουτρα, να της περάσει η μέση της που την πονάει.

Εμένα όμως η δασκάλα, όταν ήρθε η σειρά μου δεν με ρώτησε γιατί ξέρει, όπως το ξέρουν  όλοι στη γειτονιά  μου, στου Γκύζη, ότι ο μπαμπάς μου έπεσε το καλοκαίρι από την ταράτσα της πολυκατοικίας μας και έφυγε πολύ-πολύ μακριά. Πολύ πιο μακριά από εκεί που μπορούν να φτάσουν τα πούλμαν του Χαλουλού ή όποια άλλα πούλμαν. Αν όμως με ρωτούσε θα είχα να της πω ένα σωρό πράγματα, γιατί πριν να φύγει ο μπαμπάς μου, μας είχαν κόψει το ρεύμα και η μαμά μαγείρευε, τάχα  μου, στο πετρογκάζι κάτι φαγητά  που τα έφερνε κρυφά από την εκκλησία.

Όμως ο χαζούλιακας ο αδερφός μου, που είναι μικρός ακόμα και δεν καταλαβαίνει τι σημαίνει  να ζητάς ελεημοσύνη, της είπε μια μέρα: » γιατί μαμά μαγειρεύεις ξανά το φαγητό, αφού είναι μαγειρεμένο;;»  Και Συνέχεια