Όσο και να πλύνει κανείς τα χέρια, η βρώμα δε λέει να καθαρίσει. Τι θα κάνουμε;


Κοιτάζοντας για πολλοστή φορά τις φωτογραφίες των τοξικοεξαρτημένων του Δημήτρη Μπούρα που έκαναν το γύρο του κόσμου, πιάνω τον εαυτό μου να κατρακυλά σε απύθμενα ψυχολογικά βάθη. 

Πρόκειται για εικονοποιία που συγκλονίζει, που σφαδάζει και βρυχάται.

Ας αποστρέψω το βλέμμα, σκέφτομαι, δεν μου αρέσουν διόλου αυτές οι ασύλληπτα ωμές λήψεις.

Και μετά σκύβω ξανά στην οθόνη και τις αφήνω να με πλακώσουν σαν κουβέρτες λουσμένες στον ιδρώτα.
Είναι τέτοια η άφατα ενοχλητική δύναμή τους, είναι το συναισθηματικό ισοδύναμο μιας φαγούρας την οποία επιμένεις να ξύνεις.

53021-117007

 Όλες οι δημοσιογραφικές ερμηνείες του κόσμου όμως δεν αρκούν για να πείσουν όσο οι εικόνες του Δημήτρη Μπούρα. Το φωτορεπορτάζ αυτό είναι πολύ πέρα από τα ηδονοβλεπτικά καρέ των εφημερίδων και τα αποστασιοποιημένα τηλεοπτικά κλιπ, όλα τους ιδωμένα υπό την ασφάλεια των τηλεφακών και των μακρινών αποστάσεων.

Οι φωτογραφίες διαπερνούν το δέρμα, ποτίζουν τους πόρους. Τις περνάω στο Photoshop, σκύβω κοντά τους, μεγεθύνω τα πίξελ, απομακρύνομαι και πλησιάζω, μα το εφέ είναι σταθερά αμετακίνητο: εδώ υπάρχουν αχρηστεμένες φλέβες και μπλαβιασμένα αγγεία. Υπάρχει η αποφορά της σήψης και οι βλεννώδεις, χαίνουσες πληγές. Υπάρχει αίμα και πύον. Εδώ υπάρχει πρέζα απτή, που τη μυρίζεις και την αγγίζεις με τα δυο σου χέρια. 

Στο δικό μου μάτι, που έχει ατενίσει το θέαμα αμέτρητες φορές, υπάρχει επίσης και βαθιά ανθρωπιά. Πίσω από τη χαρμάνα, πέρα από τη ντάγκλα της φτιάξης και το μανιακό ψηλαφητό σε αναζήτηση της ακέραιης φλέβας, διακρίνω νοιάξιμο και αλληλοβοήθεια, μια μακάβρια συλλογικότητα, αν προτιμάτε. Συνέχεια