Για όνειρα στα Σκόπια


Γιάννης Παπαδημητρίου

Καθόταν στο διπλανό μου τραπέζι. Μόνος του, με μοναδική συντροφιά ένα μπορντό μπεγλέρι. Ήταν αφημένο δίπλα σε δυο πακέτα τσιγάρα, με σλαβομακεδόνικα γράμματα. Ο αναπτήρας διαφημιστικός από το καζίνο «Flamingo», αυστριακών συμφερόντων. Έγραφε πάνω του τζακ ποτ 2.500.000 ευρώ. Είχε περασμένη μια λευκή πετσέτα στο μπλε ριγέ πουκάμισό του. Σκυφτός, έτρωγε λαίμαργα. Παρά τη βουή του εστιατορίου, ήταν ευδιάκριτη η φασαρία που έκανε. Ήχος νευρικός, βιαστικός, άτσαλος, λες και τα κιτρινισμένα δάχτυλα του έπιαναν πιρούνι για πρώτη φορά. Μπροστά του είχε τρία πιάτα, παραφορτωμένα, σε διάταξη αντίστροφης πυραμίδας. Είχε σηκώσει όλο το μπουφέ. Γεύσεις αταίριαστες μεταξύ τους. Τέσσερις φέτες λεμονάτου κρέατος συνόρευαν με μπόλικο γύρο, βουτηγμένο σε τζατζίκι και σκεπασμένο από δυο πίττες. Παραδίπλα τους πατάτες φούρνου, πιλάφι με μανιτάρια και γεμιστές ντομάτες. Οι μπουκιές του συνοδεύονταν από μια γενναία ρουφηξιά κρασί. Κόκκινο, ελληνικής προέλευσης. Συγκεκριμένα, από τη Βόρεια Μακεδονία. Απορρίψαμε το γεωγραφικό προσδιορισμό του ονόματος της ΠΓΔΜ. Γι αυτό τώρα αναφέρεται παντού ως σκέτη Μακεδονία. Το κρασί πάντως ήταν από τη Δράμα.

Μόλις τελείωσε το φαγητό του, σηκώθηκε για να επιλέξει επιδόρπιο. Συνόδευσε την καρυδόπιτα του με Συνέχεια